Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δημήτρης Κουκλατζής: Μεθοριακή τρομοκρατία

​​Δεν είμαστε Ισραηλινοί. Δυστυχώς και ευτυχώς. Δυστυχώς, γιατί δεν έχουμε το αμυντικό, διπλωματικό, αλλά και το ψυχολογικό τους κεφάλαιο. Ευτυχώς, γιατί οι κρίσεις στις οποίες αναγκαστήκαμε, εδώ και δύο γενιές, να γυμναστούμε δεν ήταν μεσανατολικές. Δεν είχαμε καν την εμπειρία μιας τρομοκρατικής επίθεσης, που ακόμη και στις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες δημιούργησε ένα κλίμα ανοχής στη στρατιωτικοποίηση –την είπαν και «ισραηλοποίηση»– του δημόσιου χώρου.

Στολές δεν εμφανίζονταν στις ειδήσεις, παρά μόνο στα σίριαλ και στις ταινίες. Ο στρατός παρουσιαζόταν σαν φολκλόρ – μια παρωχημένη, αλλά και χαριτωμένη γραφειοκρατία, όπου οι άνδρες περνούσαν τις τελευταίες ημέρες μετεφηβικής ανεμελιάς πριν από την ενηλικίωσή τους. Ευτυχώς, όλη η υπόλοιπη εξάρτυση και ο σκοπός της είχαν ξεχαστεί. Ηταν η καλοήθης λήθη της μεταπολιτευτικής ζωής.

Το τηλέφωνο που χτύπησε πριν από έντεκα ημέρες στο σπίτι του επαγγελματία οπλίτη Δημήτρη Κούκλατζη, για να αναγγείλει την κράτησή του, τάραξε απότομα αυτή τη λήθη. Εντάξει, η απειλή δεν είναι πολεμική. Μοιάζει όμως με αυτό το είδος της ψυχολογικής δολιοφθοράς που, όταν δεν προέρχεται από κρατικές οντότητες, το ονομάζουμε τρομοκρατία. Και στην τρομοκρατία περισσότερο ευάλωτα είναι τα επιτυχημένα κράτη – εκείνα που έχουν δημιουργήσει ένα χώρο ελευθερίας και ευημερίας από τον οποίο η βία έχει εξοβελιστεί. Σε αυτό τον χώρο αντηχεί περισσότερο μια πράξη εκφοβισμού, ένα bullying, ακόμη κι όταν είναι αναίμακτo. Ακόμη κι όταν είναι, ας πούμε, απαγωγή.

Ο Νταβίντ Γκροσμάν, που έχασε στον πόλεμο ένα γιο, είχε πει ότι «στο Ισραήλ το να μείνεις μόνος, ακόμη και μέσα στο μυαλό σου, είναι σχεδόν ακατόρθωτο». Ηθελε μάλλον να πει ότι τη χώρα δεν την κατοικείς περισσότερο απ’ όσο σε κατοικεί εκείνη. Σε στοιχειώνει σαν υπαρξιακή εκκρεμότητα. Σε αυτήν τη δυστυχία είμαστε και εμείς Ισραηλινοί.

 

ΝIκος ΦIλης: Το φρόνημα της μύγας

Ε​​ίναι προτιμότερο να είσαι κρατούμενος στη Λάρισα, παρά στην Αδριανούπολη. Η σύγκριση είναι βέβαια ασύμμετρη και παραπειστική. Δεν είναι όμως περισσότερο ασύμμετρη από τη στάθμιση που δοκίμασε να κάνει προχθές ο Νίκος Φίλης. Η κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών δεν είναι, είπε, το μείζον πρόβλημα. Το σκεπτικό του Φίλη είναι ότι έχουμε σημαντικότερα θέματα να ασχοληθούμε: την κρίση, την ανεργία, των οικιών ημών εμπιπραμένων και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Αν όμως στη θέση των κρατουμένων της Αδριανούπολης ήταν ένας κρατούμενος απεργός πείνας στη Λάρισα, μπορεί βάσιμα να υποθέσει κανείς ότι ο Φίλης θα έβαζε τις άυλες αξίες πριν από το στομάχι. Είναι σαν να τον ακούει κανείς να επιχειρηματολογεί ότι τα δικαιώματα είναι αδιαπραγμάτευτα, ότι δεν είναι όλα οικονομία, ότι πάνω από τους αριθμούς βρίσκονται οι άνθρωποι – τουλάχιστον οι άνθρωποι χωρίς στολή.

Αυτά θα έλεγε. Και δεν θα είχε άδικο, αν εννοούσε ότι δεν πρέπει να αφήνουμε τα προβλήματα να προσβάλλονται από συναισθηματικό και δογματικό τυμπανισμό. Δεν πρέπει να αφήνουμε το φρόνημα να καθοδηγεί την εξωτερική πολιτική.

Εξίσου ευάλωτη στο φρόνημα είναι και η εσωτερική πολιτική. Αποδείχθηκε ευάλωτη στην περίπτωση του Γιαγτζόγλου. Εκεί που η πολιτεία, καθοδηγούμενη από το κομματικό φρόνημα, συνθηκολόγησε, εξασφαλίζοντας προνομιακή μεταχείριση στον κατηγορούμενο για την επίθεση κατά του Λουκά Παπαδήμου.

Ναι, έχει δίκιο ο Φίλης. Η διπλωματία θέλει ησυχία, όχι θούριους. Αυτή είναι μια παραίνεση που πρώτος δείχνει να την έχει ανάγκη ο εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ· και δεύτερος ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι εξωτερική προς την υπόλοιπη δημόσια ζωή. Διαμορφώνεται εδώ, όχι αλλού. Δεν μπορεί τα πρωινά να ζητάς συναίνεση και νηφαλιότητα από αυτούς που τα βράδια αναθεματίζεις ως μαφία. Δεν μπορείς, επί χρόνια, να ιδεολογικοποιείς μέχρι και το πέταγμα της μύγας και ξαφνικά να απαιτείς κρύο αίμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ