Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η άλλη Ελλάδα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Κ​​​​ι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό» τραγουδούσε ο Σαββόπουλος στο «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη». Για τον Σαββόπουλο, όπως και για το κυρίαρχο ιδεολόγημα της μεταπολίτευσης, οι δυο Ελλάδες ήσαν οι δύο μερίδες της Ελλάδας που συγκρούσθηκαν στον λεγόμενο Εμφύλιο, η Ελλάδα της Αριστεράς και η Ελλάδα της Δεξιάς.

Πάντα για το κυρίαρχο ιδεολόγημα της μεταπολίτευσης, το οποίο, κομμουνιστικής κοπής όπως ήταν, τσουβάλιασαν στον όρο «Δεξιά» όσους αντιστάθηκαν στην απόπειρα κατάληψης της εξουσίας από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και επέβαλαν τον όρο «Εμφύλιος». Κι ας ήταν οι ίδιοι που αποκάλεσαν τη δεκαετία του εξήντα τον Γεώργιο Παπανδρέου «Γέρο της Δημοκρατίας», αντίπαλό τους κατά τη δεκαετία του σαράντα. Με τη Δεξιά ενοχοποιημένη από τη βλακεία των συνταγματαρχών και την Αριστερά θυματοποιημένη –κοινώς κολακευμένη– η διχοτομία Αριστερά - Δεξιά επισκίασε όλες τις υπόλοιπες. Αναφέρω εική: καλλιεργημένος - ακαλλιέργητος, μορφωμένος - τενεκές ξεγάνωτος, ταλαντούχος - ατάλαντος, κοινός βλαξ - στοιχειωδώς ευφυής, εργατικός - λουφαδόρος.

Το ιδεολόγημα υπήρξε τόσο ανθεκτικό, ώστε να διχοτομεί τη συλλογική συνείδηση έως τα χρόνια της κατάρρευσης και ορισμένοι να απορούν, μέχρι σήμερα ακόμη, πώς γίνεται μια πλειοψηφία της άκρας Αριστεράς να είναι πλειοψηφία χάρη σ’ ένα απόκομμα της λεγομένης λαϊκής Δεξιάς.

Υπάρχουν δύο Ελλάδες εν έτει 2018; Και βέβαια υπάρχουν. Οχι με τον τρόπο που υπάρχουν δύο Ιταλίες, αυτή του Βορρά και αυτή του Νότου. Εδώ το ρήγμα είναι εσωτερικευμένο. Διατρέχει όλα τα κοινωνικά στρώματα, διαπερνά όλη τη γεωγραφία της χώρας και δεν ορρωδεί προ πολιτικών ή κομματικών πεποιθήσεων. Από τη μια, έχουμε την Ελλάδα της στασιμότητας. Μια χώρα που αντιμετωπίζει φοβικά τον κόσμο της, τον σύγχρονο κόσμο δηλαδή, που δεν τολμά να αναγνωρίσει τα λάθη της και φοβάται να αναλάβει τις ευθύνες της. Οι ρίζες της είναι βαθιές και αρδεύονται από την πρώτη στιγμή που κάποιοι αποφάσισαν να συνυπάρξουν ως Ελληνες. Επειδή όμως η ιστορία πάει μακριά, περιορίζομαι στην τελευταία περίοδό της.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Τσίπρα και τον Πολάκη με τον Σιάντο ή τον Βλαντά. Μα είναι απλό: οι δύο πρώτοι είναι κάτοχοι πτυχίου. Δεν είναι οι μόνοι και η ποιότητά τους δεν είναι μονοπώλιο του χώρου τους. Οι προκάτοχοί τους ήσαν απόφοιτοι Δημοτικού. Αρα η αγένειά τους, το θράσος τους, η αμορφωσιά τους, η αδυναμία τους να καταλάβουν τον σύγχρονο κόσμο έχει επικυρωθεί με τον πιο επίσημο τρόπο από την ελληνική πολιτεία. Και ξέρουμε από αρχαιοτάτων χρόνων τους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν οι τύχες μια κοινωνίας πέσουν στα χέρια επιτηδείων οι οποίοι δεν έχουν τα εργαλεία για να αντιληφθούν τις ανάγκες της. Θα μου πείτε, εξελέγησαν. Από ποιους; Από πτυχιούχους οι οποίοι πήραν το χαρτί για να εδραιώσουν τις γνώσεις του Δημοτικού. Μη γελιόμαστε. Είναι το εκπαιδευτικό έργο της μεταπολίτευσης.

Και ποια είναι η άλλη Ελλάδα; Δεν θα σας μιλήσω για την Ελλάδα της επιχειρηματικότητας, της δημιουργίας, της ανάπτυξης και του κρόκου της Κοζάνης, και «άλλα παρόμοια που δεν εμπνέουν», όπως έγραφε ο Εγγονόπουλος για «τις πατρίδες και τα Εθνη». Αυτή η Ελλάδα, στον βαθμό που έχει εθνική συνείδηση, είτε μεταναστεύει, είτε περιμένει να μεταναστεύσει, είτε, αν δεν μπορεί, παλεύει να δημιουργήσει γύρω της έναν ζωτικό χώρο με δυσβάστακτο κόστος, διανοητικό, ψυχολογικό, συναισθηματικό και, εννοείται, οικονομικό. Στην παρανομία, ως επί το πλείστον υιοθετώντας το λάθε βιώσας για να επιβιώσει, διακρίνεται από τον χαρακτήρα της σοβαρότητας.

Είναι ο φοιτητής που μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο προσδοκά να αποκτήσει γνώσεις που δεν κατείχε πριν μπει και, όταν αποφοιτήσει, μπορεί να μη βρίσκει εργασία για να τις εξαργυρώσει, όμως δεν τις απαξιώνει μέσα του.

Η σοβαρότητα της οποιασδήποτε πολιτικής πρότασης οφείλει να απευθύνεται σ’ αυτήν την άλλη Ελλάδα. Κι ας έχει χίλιες αδυναμίες, κι ας κουβαλάει χίλιες δουλείες, και άλλες τόσες βλακείες, ας αποδείξει ότι εντίμως λαμβάνει υπ’ όψιν την «άλλη Ελλάδα» για να με πείσει.

Στο επίρρημα συγκλίνουν όλα. Ποιο είναι το «εντίμως» όταν οι δύο Ελλάδες έχουν χάσει την τιμή τους; Και παρατάτε με με το φιλότιμο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ