Μέχρι σήμερα, στις ταινίες του ήθελε να μιλάει για τα όνειρα και τους φόβους της παιδικής του ηλικίας. «Αυτή είναι η πρώτη φορά που μιλάω για όσα με απασχολούν ως ενήλικο, για την εμπιστοσύνη, την ετερότητα, το σεξ, την αγάπη, το πού πηγαίνουμε», δήλωσε στο IndieWire ο σκηνοθέτης της «Μορφής του νερού» Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο. Το έκανε όμως και πάλι, όπως συνηθίζει, με έναν τρόπο παραμυθένιο, παρουσιάζοντας επί της οθόνης την αλλόκοτη ερωτική ιστορία της μουγγής καθαρίστριας (Σάλι Χόκινς) ενός μυστηριώδους ερευνητικού κέντρου της Βαλτιμόρης με το απόκοσμο, αμφίβιο πλάσμα (Νταγκ Τζόουνς) που εντόπισαν οι Αμερικανοί κάπου στον Αμαζόνιο – για να φορέσει τη βάρους 64 κιλών στολή του, ο Τζόουνς χρειαζόταν τρεις ώρες. 

Στη φωτογραφία βλέπουμε πώς σκηνοθετήθηκε η πρώτη γνωριμία των δύο πρωταγωνιστών, η οποία εξελίχθηκε σταδιακά σε μια έντονη σχέση, παράλογη και καταδικασμένη, με το συναισθηματικό της βάθος, όμως, να καλύπτει ακόμα και τις μεταξύ τους σιωπές. Με θεατρικές σκηνικές λεπτομέρειες και χρώματα απαλά, προσεκτικά επιλεγμένα ώστε να αναδύεται η ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’60, το παραμύθι του Ντελ Τόρο όχι μόνο δεν κρίθηκε ως ένα φιλμ για ειδικό κοινό, αλλά και κατέκτησε πανηγυρικά το Όσκαρ της καλύτερης ταινίας της χρονιάς. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ