ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ*

Αναθεώρηση Συντάγματος: το πώς και το «εύρος»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ​​ανώτατος Καταστατικός Χάρτης, το Σύνταγμα, προφανώς δεν μπορεί από μόνος του να επιλύσει παθογένειες της πολιτειακής, οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Τούτο δεν σημαίνει ότι κάποιες από τις συνταγματικές ρυθμίσεις δεν χρειάζεται να αναθεωρηθούν. Η τελευταία σημαντική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε το 2001 και η διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα ξεπερνάει σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και το γράμμα του Συντάγματος. Αλλά και σε συμβολικό επίπεδο, η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να σηματοδοτήσει τη σταδιακή έξοδο από την εποχή της κρίσης.

Οσον αφορά τη διαδικασία της αναθεώρησης και επειδή το Σύνταγμα προβλέπει πλειοψηφία τριών πέμπτων (180 βουλευτών) σε μία από τις δύο Βουλές, οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές. Στην πρώτη φάση, όπου αποφασίζεται ποιες διατάξεις θα αναθεωρηθούν, οι πολιτικές δυνάμεις που επιθυμούν την αναθεώρηση πρέπει να συμφωνήσουν προκειμένου να επιτευχθεί η πλειοψηφία των 180, έστω και εάν δεν έχουν καταλήξει στο περιεχόμενο των νέων διατάξεων. Με δεδομένη την απομάκρυνση του εκλογικού σώματος από το ισχυρό δικομματικό σύστημα των προηγούμενων δεκαετιών, η επίτευξη της αυξημένης πλειοψηφίας των 180 βουλευτών στην πρώτη Βουλή είναι η μόνη ρεαλιστική λύση, ο μόνος τρόπος για να πραγματοποιηθεί μια «γενναία» συνταγματική αναθεώρηση. Οσον αφορά το περιεχόμενο της αναθεώρησης, χρειάζονται σημειακές και ταυτόχρονα ουσιαστικές τροποποιήσεις. Ως προς τις προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος, η ισχύουσα απαγόρευση συνταγματικής αναθεώρησης πριν από την πάροδο πενταετίας από την προηγούμενη θα πρέπει να ισχύει μόνο για όσες διατάξεις έχουν αναθεωρηθεί. Απαραίτητες κρίνονται και ορισμένες βελτιωτικές παρεμβάσεις στη λειτουργία του πολιτεύματος. Πέρα από την πανθομολογουμένη ανάγκη τροποποίησης του άρθρου 32 ώστε να μη διαλύεται προώρως η Βουλή σε περίπτωση μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, σκόπιμη θα ήταν και η γενικότερη δυσχέρανση της πρόωρης διάλυσης της Βουλής. Οσον αφορά την ποινική ευθύνη υπουργών, η ανάμειξη της Βουλής αποδείχθηκε εξαιρετικά προβληματική. Θα ήταν επομένως ορθότερη η ανάθεση της διαδικασίας σε ανώτερους και έμπειρους δικαστικούς λειτουργούς. Σε σχέση με την ποινική ευθύνη των βουλευτών, προτιμότερη θα ήταν η αντιστροφή του σημερινού κανόνα. Να μην απαιτείται άδεια της Βουλής για την εκκίνηση της ποινικής διαδικασίας όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά να μπορεί η Βουλή, κατ’ εξαίρεση και μόνο, να μπλοκάρει τη διαδικασία όταν υποκρύπτεται προσπάθεια πολιτικής δίωξης.

Στο κεφάλαιο της δικαστικής εξουσίας, θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς τη θεσμοθέτηση συνταγματικού δικαστηρίου για την επίλυση των έως σήμερα ανέλεγκτων οργανωτικών διαφορών, την πρόβλεψη προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων όπου είναι ιδιαίτερα σημαντική η ασφάλεια δικαίου (π.χ. εκλογικός νόμος, επενδύσεις) και, τέλος, την επιλογή των ηγεσιών των ανωτάτων δικαστηρίων –και των μελών των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών– από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (ύστερα από ακρόαση συμβουλευτικού σώματος). Τέλος και όσον αφορά τα ατομικά δικαιώματα, η συνταγματική αναθεώρηση θα μπορούσε, λ.χ., να στοχεύσει στην κατάργηση της ίδιας μεταχείρισης δασών και δασικών εκτάσεων, στην ενοποίηση των δύο ξεχωριστών άρθρων για Τύπο και ραδιοτηλεόραση (άρθρα 14 και 15) και στη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών ΑΕΙ με νομοθετικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει την ποιότητα σπουδών τους.

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ