Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γιατί ο Τύπος έχει ακόμα σημασία;

ΣΕΛΑΝΑ ΒΡΟΝΤΗ

Όταν άρχισα να εργάζομαι στην «Καθημερινή», το 1994, αποκαλούσαν τη δημοσιογραφία «λειτούργημα». Ως νεαρή μαθητευόμενη δεν καταλάβαινα ακόμη τη σημασία της λέξης. Έπρεπε να περάσουν είκοσι χρόνια, να ζήσω την οικονομική κρίση, την κρίση στον κλάδο μας, την προσωπική μου κρίση, για να συνειδητοποιήσω το αληθινό νόημά της. 

 Έχουν κατηγορήσει τη γενιά μου ότι ήταν «απολιτίκ», ότι απείχαμε από τα κοινά. Η αλήθεια είναι ότι η δεκαετία του ’90 ήταν απογυμνωμένη από ιδεολογίες, τα πολιτικά κινήματα είχαν ατονήσει και το lifestyle είχε γίνει ρυθμιστής της δημόσιας ζωής. Παρότι σήμερα ζούμε ξανά σε μια εποχή έντονα «πολιτικοποιημένη», εξακολουθώ να αδιαφορώ για την πολιτική ζωή του τόπου, έτσι όπως είναι ακόμη ταυτισμένη με κόμματα και παρατάξεις. Δεν είμαι ουδέτερη· αντιθέτως, θέλω να υπερασπίζομαι το δίκαιο, το σωστό και το λογικό, από όποιο χώρο κι αν προέρχεται. 

«Ζούμε ξανά σε μια ασυνήθιστη ιστορικά εποχή. Μια περίοδο που δέχεται  απανωτά πολιτικά σοκ και την τεράστια επίδραση των νέων τεχνολογιών σε κάθε πτυχή του ανθρώπου. Μέσα σε δύο δεκαετίες η δημόσια σφαίρα έχει αλλάξει δραματικά – και οι οργανισμοί ειδήσεων προσπαθούν σκληρά να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα», γράφει η διευθύντρια Σύνταξης του Guardian, Katharine Viner, στο δοκίμιό της με τίτλο «Η αποστολή της δημοσιογραφίας εν καιρώ κρίσης».

Σύμφωνα με την Αγγλίδα αρθρογράφο, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς –συμπεριλαμβανομένων και των μίντια– έχει κλονιστεί. Το βλέπω άλλωστε κι εγώ μέσα από τη δουλειά μου. Οι εφημερίδες χάνουν την παραδοσιακή τους αναγνωστική δύναμη. Αυτό με προβληματίζει έντονα και με «πονάει» την ίδια στιγμή. Μήπως λοιπόν έφτασε η ώρα να αναθεωρήσουμε τον ρόλο μας ως δημοσιογράφοι; Να σκεφτούμε σοβαρά τον τρόπο που παράγουμε και αναμεταδίδουμε ειδήσεις; Να δούμε πώς μπορούμε να πλησιάσουμε ξανά τον άνθρωπο, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο; 

Στις 8 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, αποφάσισα να συμμετάσχω στην πορεία γυναικών, που ξεκίνησε από την πλατεία Κλαυθμώνος, πέρασε από το Σύνταγμα και κατέληξε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν ο δικός μου τρόπος να δείξω ότι είμαι εκεί, παρούσα. Πιστεύω ότι ο δημοσιογράφος οφείλει να φεύγει από τον γυάλινο κόσμο του γραφείου και να βγαίνει έξω. Από τον «δρόμο» άλλωστε έχουν ξεκινήσει πολλά νέα ρεύματα στη λογοτεχνία, νέες τάσεις στην μόδα, η κουλτούρα του street food, ακόμη και καινούργιες μορφές τέχνης, όπως η ραπ και το γκράφιτι. 

Τι παρατήρησα εκείνη την ημέρα; Ότι δεν ήταν πολλές εκείνες που είχαν κατέβει στον δρόμο. Αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Πώς είναι δυνατόν οι κεντρικές αρτηρίες της Κωνσταντινούπολης και της Μαδρίτης να πλημμυρίζουν με κόσμο που καταδικάζει τον σεξισμό κι εδώ –στο κέντρο της Αθήνας– να παρελαύνουν κυρίως αριστερές φεμινιστικές οργανώσεις; 

Ως δημοσιογράφος όφειλα να το ψάξω. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές έρευνες, η Ελλάδα και η Ρωσία εμφανίζονται ως χώρες με την περισσότερη ισότητα μεταξύ των δύο φύλων. Τα στατιστικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι υπάρχει περισσότερη βία εναντίον των γυναικών στη Σουηδία παρά εδώ ή στη χώρα του Πούτιν, πράγμα που δεν βγάζει πολύ νόημα. Η εξήγηση είναι απλή: Έννοιες όπως η σεξουαλική παρενόχληση θεωρούνται στα όρια του «φυσιολογικού» στη Ρωσία και στην Ελλάδα, γι’ αυτό και δεν αναφέρονται στις δημοσκοπήσεις. 

Η ανισότητα των δύο φύλων είναι ξεκάθαρη στη γειτονική χώρα που έχει πρόεδρο τον Ερντογάν. Και στην Ισπανία ο φεμινισμός έχει μετατραπεί σε μια mainstream ιδέα χάρη σε πολιτικούς σαν τον πρώην πρωθυπουργό Θαπατέρο, στη θητεία του οποίου ιδρύθηκε υπουργείο Ισότητας και κατατέθηκαν σημαντικοί νόμοι που βρίσκονται στο επίκεντρο της φεμινιστικής ατζέντας. 

Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην Ελλάδα έχουμε ακόμη πολύ... δρόμο μπροστά μας μέχρι να καταλάβουμε ότι δεν είναι καθόλου φυσιολογικό να γίνονται αδικίες εις βάρος των γυναικών. Και εκεί πρέπει να βοηθήσει και ο Τύπος. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ