«Ο Νικ Νάιτ παρακολούθησε την πρόβα, για να έχει μια ιδέα του άξονα της παράστασης. Είδε ότι ένα από τα βασικά της θέματα είναι το στοιχείο της μεταμόρφωσης, γι’ αυτό και στη φωτογράφιση χρησιμοποίησε μάσκες, κέρατα, κρανία ζώων. Ήταν μια καινούργια, αληθινά σωματική, εμπειρία για μένα, είχε έκσταση, μέθη, παραφορά. Επί δέκα ώρες ήταν ασταμάτητος, ανέπνεε μαζί μας».

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μιλάει για τον διάσημο Βρετανό φωτογράφο -στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, έκανε τη φωτογράφιση των «Βακχών»- και το βλέμμα της, η φωνή της πυροδοτούνται. Η ίδια, ο Χρήστος Λούλης, ο Γιώργος Γάλλος και ο σκηνοθέτης της παράστασης, Άρης Μπινιάρης, έχουν βρεθεί, διά χειρός Νάιτ, σε παράδοξα φωτογραφικά σχήματα, που κεντρίζουν την περιέργεια του θεατή με την πρωτοτυπία και την τόλμη τους. Άλλωστε, η τόλμη της κ. Καραμπέτη να δοκιμάζει καινούργια πράγματα στο θέατρο και να υπηρετεί με στρατιωτική πειθαρχία το όραμα του σκηνοθέτη αποτελούν τα στοιχεία που τροφοδοτούν γόνιμα επί τόσα χρόνια τη θεατρική πορεία της βέρας πρωταγωνίστριας του ελληνικού θεάτρου. 

«Δεν είμαστε τολμηροί»

«Νιώθω ότι δεν είμαστε τολμηροί ως κοινωνία. Με ξαφνιάζει ο Έλληνας πολλές φορές. Για παράδειγμα, με εξέπληξε το πόσο χαμηλής έντασης ήταν οι αντιδράσεις σε ό,τι περνάμε εν μέσω κρίσης την τελευταία δεκαετία. Είμαστε ακόμη μουδιασμένοι, σοκαρισμένοι, το έχουμε αποδεχτεί; Μάλλον όλα αυτά μαζί. Ωστόσο, εκεί που είμαστε αληθινά τολμηροί είναι στον χώρο της καλλιτεχνικής έκφρασης. Έχουμε ένα μικρό θεατρικό κοινό, όμως το ελληνικό θέατρο δείχνει να βράζει», λέει η κ. Καραμπέτη, που έχει δει το κοινό να την ακολουθεί τόσο σε μεγάλες παραγωγές όσο και στα κατά καιρούς πειραματικά εγχειρήματα. Ποιος ξεχνά τη Ραμόνα ή την Τσούγκα; Ήταν πρόσφατοι ρόλοι, με τους οποίους πειραματίστηκε πάνω σε νέες θεατρικές γλώσσες και γειτονιές. «Δεν αντέχω την επανάπαυση στα κεκτημένα. Η περιέργεια, η τόλμη, το να σπας τα όρια του αναμενόμενου, να αιφνιδιάζεις τους θεατές που σε ακολουθούν, αυτά σε κρατούν ζωντανό».

 

 

Η παράσταση των «Βακχών», σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη, στην οποία τώρα συμμετέχει, φέρνει στη σκηνή δέκα ηθοποιούς ντυμένους στα λευκά, οι οποίοι απευθύνονται στους θεατές μέσα από την ευριπίδεια ιστορία, χωρίς ωστόσο τα μυθολογικά της στοιχεία. Εκείνα δηλαδή τα μέρη που προϋποθέτουν γνώση του μυθολογικού πλαισίου της ιστορίας, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν γρίφο για τον σύγχρονο θεατή – κάτι τέτοιο «επιτρέπεται» και από την πειραματικού προσανατολισμού παράσταση τραγωδίας σε κλειστό χώρο. Αντίθετα, οι «Βάκχες» του Μπινιάρη επικεντρώνονται στην ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά τη χαρά της ζωής, την ελευθερία, την υπέρβαση κόντρα στο πένθος του συντηρητισμού. Οι δέκα τελεστές, ένα είδος χορού, οργανώνουν μια τελετή με στοιχεία μουσικής, ρυθμού, κίνησης και λόγου. «Στον άνθρωπο ενυπάρχει το ένστικτο, το πάθος, ο έρωτας. Πρόκειται για εξωλογικά στοιχεία, που έρχονται σε αντίθεση με τον ψυχρό ορθολογισμό. Κοιτάξτε όμως την καθημερινότητά μας. Δείτε πόσο υπάρχουν όλα αυτά στη ζωή μας. Ελάχιστα. Αντίθετα, ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει ένα πλαίσιο που θεωρητικά θα μπορούσε να τον βοηθήσει να οργανώσει καλύτερα τη ζωή του, αλλά κατέληξε να είναι φυλακή. Είμαστε δέσμιοι μιας κατάστασης που μας έχει οδηγήσει στο να χάσουμε τη χαρά, την απόλαυση, την ευτυχία, τη γαλήνη», τονίζει.

«Δέσμιοι της κρίσης»

Παρατηρεί τους περαστικούς στον δρόμο από το παράθυρο του καφέ όπου βρεθήκαμε. Η μεγάλη παύση στον λόγο της είναι δηλωτική ότι η σκέψη τρέχει σε καθημερινά, προσωπικά βιώματά της. «Όλοι το ίδιο κάνουμε. Και εγώ δεν βρίσκω εύκολα τη γαλήνη. Αισθάνομαι δέσμια της κρίσης, μιας κατάστασης που στον βωμό της επιβίωσης μας έχει οδηγήσει σε μια καθημερινή υπερπροσπάθεια χωρίς ελεύθερο χρόνο. Μου λείπουν οι ώρες, δουλεύω συνεχώς, χωρίς ούτε ένα ρεπό», λέει. Μετά τις «Βάκχες», θα συνεχιστεί η παρουσίαση σε διάφορα μέρη της Ελλάδας της αφιερωματικής παράστασης στον Νίκο Γκάτσο μαζί με τον Μανώλη Μητσιά.

«Δεν μου αρέσει να μιλώ για πολιτική», μου λέει όταν της ζητώ να σχολιάσει τον πρωτοσέλιδο τίτλο μιας εφημερίδας ξεχασμένης στο διπλανό τραπέζι από έναν 50άρη κύριο. «Ας μιλήσει ο καθένας για τον τομέα του. Γιατί πρέπει να μιλήσω για κάτι για το οποίο δεν έχω γνώση όλων των πτυχών; Για να πω μια γενικότητα;» ρωτάει. «Το βέβαιο είναι ότι το τέλμα στο οποίο μας έχει οδηγήσει η κρίση και το άγχος της επιβίωσης μας έχουν κάνει επιθετικούς προς κάθε κατεύθυνση, αντί να είμαστε μια κοινωνία που θα καθίσουμε δημιουργικά να λύσουμε τα κοινά μας προβλήματα. Είναι χαρακτηριστικό της φυλής; Δεν γνωρίζω. Αλλά υπάρχει η αίσθηση της βίας, της μισαλλοδοξίας», συμπληρώνει.

«Τι σας δυσκολεύει περισσότερο στο θέατρο;» «Επειδή από τη φύση μου είμαι πολύ εσωστρεφής, δεν μου αρέσει η έκθεση και δεν αισθάνομαι άνετα με συνεντεύξεις», απάντησε.

Μετά από αυτό κλείνω το κασετόφωνο, μαζεύω τις σημειώσεις, αλλά, καθώς με βλέπει, γελά καθησυχαστικά. «Α, μα μην το πάρετε προσωπικά. Ελάτε να κάνουμε μια βόλτα. Είναι ωραία η Αθήνα τώρα το ανοιξιάτικο σούρουπο». ■

«Βάκχες» του Ευριπίδη,  σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη,  στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών  από 21/3 έως 1/4.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ