Η νεαρή Αγγλίδα που προσγειώθηκε στη Νέα Υόρκη στις 10 Απριλίου του 1983 έσφυζε, όπως λέει η ίδια, από «φόβο και ανασφάλεια». Στα 29 της, άφηνε πίσω της μια επιτυχημένη καριέρα στο Λονδίνο, ενώ ο λόγος για τον οποίο έκανε το υπερατλαντικό ταξίδι έμελλε ακόμα να διευκρινιστεί. Τους μήνες και τα χρόνια που ακολούθησαν περιγράφει με ζουμερό και αποσπασματικό τρόπο στο αυτοβιογραφικό «The Vanity Fair Diaries 1983-1992» (Tα ημερολόγια του Vanity Fair, 1983-1992), που εκδόθηκε πρόσφατα, η πρώην διευθύντρια του αμερικανικού «glossy» τίτλου Τίνα Μπράουν. 

Οξυδερκής παρατηρήτρια και χαρισματική συγγραφέας σε μια χώρα «χωρίς μνήμη», όπως της υπενθυμίζει συχνά ένας Αμερικανός φίλος, η Μπράουν προσφέρει μια εκ των έσω περιγραφή μιας υπερβολικής εποχής στην οποία συνέβαλε καθοριστικά και η ίδια. Στο τιμόνι του πολυσυλλεκτικού Vanity Fair του εκδοτικού γίγαντα Conde Nast, η Μπράουν και η συντακτική της ομάδα έφεραν στην επιφάνεια την ποπ κουλτούρα του γκλίτερ πλούτου και της «βαριάς» σόουμπιζ, δίνοντας συγχρόνως βήμα στην επικαιρότητα, αλλά και στην ιστορία. «Τώρα θυμάμαι γιατί τη φοβόμουν εκείνη την περίοδο», σημειώνει η Μέριλ Στριπ, η οποία χαρακτηρίζει την Μπράουν «πολιτιστικό καταλύτη». 

Από το πρώτο κιόλας της εξώφυλλο τον Απρίλιο του 1984, η Μπράουν δίνει το στίγμα της: κάτω από τον κεντρικό τίτλο «Blonde Ambition», η Ντάριλ Χάνα ποζάρει με δεμένα μάτια κρατώντας στα χέρια της δύο βραβεία Όσκαρ. Η εικόνα με τις πολλαπλές ερμηνείες θέτει τα δικά της ερωτήματα, για τη «δικαιοσύνη» στο Χόλιγουντ, τον ρόλο των «ξανθών» στη βιομηχανία, αλλά και για την τύχη του ίδιου του περιοδικού στα χέρια της νεαρής (ξανθιάς) Μπράουν. To Vanity Fair είχε κάνει ντεμπούτο το 1913, είχε κλείσει το 1936, για να επανέλθει το 1983. Στο μεταξύ, πριν αναλάβει ως πρώτη γυναίκα διευθύντρια του τίτλου, η Αγγλίδα στέλεχος των ΜΜΕ είχε αναβιώσει το βρετανικό Tatler. Κατά την περίοδο «Μπράουν», το περιεχόμενο του Vanity Fair αποκτά «ταυτότητα» μέσα από ένα μείγμα «όμορφων ανθρώπων», κινηματογράφου, τέχνης, λογοτεχνίας, μόδας και ειδησεογραφικών ρεπορτάζ, μεταξύ άλλων. Η συνεργασία με φωτογράφους όπως η Άνι Λίμποβιτς δίνει στην έκδοση έναν πλούσιο «οπτικό» χαρακτήρα.

Μια Αγγλίδα στη Νέα Υόρκη

Στη Νέα Υόρκη η Μπράουν ακούει για πρώτη φορά έννοιες όπως «corporate culture» (εταιρική κουλτούρα), ενώ υποκύπτει σε γκάφες «πρωτάρηδων» δίνοντας προκαταβολή 5.000 δολαρίων για ενοικίαση διαμερίσματος σ’ έναν κομπιναδόρο που παριστάνει τον μεσίτη. Στο Μανχάταν της ανεξάντλητης αδρεναλίνης, «όπου το κουτσομπολιό αποτελεί ένα είδος εθισμού, όπως το να τρως ή να πίνεις πολύ», λέει η Μπράουν, το κους κους συναντά το κοινωνικό σχόλιο και η ίδια αποκωδικοποιεί την «ελίτ» μιας χώρας στην οποία «τα πάντα είναι ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον χρόνο». Είναι η εποχή που ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει το «The Art of the Deal». «Αισθάνεσαι ότι για τέσσερις ώρες έρχεσαι μούρη με μούρη με έναν διασκεδαστικό απατεώνα», γράφει η Μπράουν για το βιβλίο.  

Τρεις είναι οι άντρες που πρωταγωνιστούν στα ημερολόγιά της. Πρώτος και σημαντικότερος «η αγάπη της ζωής της», ο κατά 25 χρόνια μεγαλύτερος Βρετανός σύζυγός της, Σερ Χάρολντ Έβανς. Πρώην διευθυντής των Sunday Times, ο Χάρι, όπως είναι γνωστός, την ακολουθεί στη Νέα Υόρκη, όπου λανσάρει με τη σειρά του το Conde Nast Traveler πριν αναλάβει τον εκδοτικό οίκο Random House. Τις επόμενες θέσεις καταλαμβάνουν ο Σάι Νιούχαους, ιδιοκτήτης της οικογενειακής Conde Nast, και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του εκδοτικού συγκροτήματος Άλεξ Λίμπερμαν.

Ανάμεσα στα γραφεία σύνταξης της Conde Nast και τα «πρώτα» τραπέζια των «power» εστιατορίων –όπως το Four Seasons– η Μπράουν κλείνει συμφωνίες. Η επαγγελματική της ατζέντα γεμίζει με ραντεβού για «networking»: πρωινό με στελέχη
διαφημιστικών εταιρειών, μεσημεριανό με τον Αμερικανό συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ για τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το τελευταίο βιβλίο του και δείπνο με τον Στιβ Ρούμπελ, συνιδιοκτήτη του θρυλικού Studio 54, ο οποίος σύμφωνα με την Μπράουν, έχοντας ήδη φυλακιστεί για χρέη στο Δημόσιο, «συνδυάζει τα δύο πιο συνταρακτικά θέματα για έναν διευθυντή περιοδικού, την υψηλή κοινωνία και τη φυλακή». Παράλληλα ανακαλύπτει τη δυτική όχθη και το Χόλιγουντ. «Στο Λος Άντζελες μπορείς να γράψεις τη δική σου ιστορία και οι καριέρες ξαναχτίζονται σε καθημερινή βάση», παρατηρεί. Το 1984 η αμερικανική Δύση συναντά την Ανατολή μέσα από την προεδρική νίκη του Ρόναλντ Ρίγκαν. Ένα αφιέρωμα στους Ρίγκαν το 1985, το οποίο περιλαμβάνει φωτογραφίες του ζεύγους να χορεύει, οδηγεί την Μπράουν στον Λευκό Οίκο και σε αναμονή μιας ώρας έξω από το γραφείο της Πρώτης Κυρίας Νάνσι Ρίγκαν για το πράσινο φως της δημοσίευσής του.

 


«Blonde Ambition». Η Ντάριλ Χάνα ποζάρει στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του Vanity Fair υπό την Τίνα Μπράουν, τον Απρίλιο του 1984.

 

«Τηλεοπτικός» πόλεμος

Συναντά σούπερ σταρ όπως ο Μάικλ Τζάκσον, τον οποίο βρίσκει λιγότερο «περίεργο» και «αφελή» απ’ ό,τι τον παρουσιάζει ο περίγυρός του, ενώ σ’ ένα ακόμα δείπνο με τιτάνες των ΜΜΕ και της πολιτικής παρακολουθεί τον πρώτο τηλεοπτικό πόλεμο στην ιστορία. Στις αρχές του 1991, στο Ιράκ οι βόμβες πέφτουν... σε απευθείας σύνδεση. «Άνθρωποι πέθαιναν 6.000 μίλια μακριά από το εστιατόριο και το δικό μας κυρίαρχο συναίσθημα στο θέαμα ήταν μια διέγερση». Της λείπουν η «βρετανική ειρωνεία και η εκκεντρικότητα», ενώ «τα πάντα στη Νέα Υόρκη έχουν να κάνουν με το προσωπικό μάρκετινγκ», σημειώνει, περιγράφοντας γενέθλια και «baby showers» (συγκεντρώσεις φιλενάδων πριν από τη γέννα). Δεν είναι όμως όλα ένα τεράστιο πάρτι, καθώς έχει ήδη ξεκινήσει η επέλαση του AIDS.

Στην προσωπική της ζωή η Μπράουν δίνει τη «μόνιμη» μάχη με τις τύψεις ως μητέρα με καριέρα. Ο γιος της Τζορτζ γεννιέται πρόωρα και αργότερα θα διαγνωστεί με το σύνδρομο Άσπεργκερ, ενώ λίγα χρόνια μετά γεννιέται η κόρη της Ίσαμπελ. Συγχρόνως, σ’ ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον ακόμα και η «θύελλα» Μπράουν οργανώνει μεθοδικά ένα αίτημα για (σημαντική) αύξηση. Η
διαπραγμάτευση με τον Νιούχαους γίνεται μέσω νομικού συμβούλου και η Μπράουν βλέπει τον ετήσιο μισθό της να φτάνει τα 600.000 δολάρια.

Μετάθεση στο New Yorker

Τον Αύγουστο του 1991 το εξώφυλλο του περιοδικού φιλοξενεί την Ντέμι Μουρ. Έγκυος και γυμνή, η ηθοποιός είναι φωτογραφημένη από τη Λίμποβιτς. «Έτσι είναι οι σελέμπριτι στα ’90 και βεβαίως πρόκειται και για μια υπέροχη φεμινιστική δήλωση», παρατηρεί η Μπράουν. Ύστερα από οχτώ χρόνια στο Vanity Fair, το 1992 η Μπράουν περνάει το κατώφλι του New Yorker ως η νέα διευθύντρια του ιστορικού τίτλου. Είναι 38 ετών και μόλις η τέταρτη –και πρώτη γυναίκα–«ηγέτις» της εβδομαδιαίας έκδοσης. Το επόμενο κεφάλαιο της επαγγελματικής πορείας, η δημιουργία του περιοδικού Talk, χτίζεται με τη χρηματοδότηση του Χάρβεϊ Γουαϊνστάιν το 1999. Η τριετής εμπειρία της με τον μεγαλοπαραγωγό δεν καταγράφεται στις σελίδες του βιβλίου, όμως τον Νοέμβριο του ’17 η Μπράουν δήλωνε σε συνέντευξή της ότι ο Γουαϊνστάιν ήταν ένας ιδιαίτερα δύσκολος, «αλλοπρόσαλλος» και «γλοιώδης» εργοδότης. Το 2008 η γερή «όσφρηση» της Μπράουν την οδήγησε να λανσάρει το διαδικτυακό «Daily Beast», ενώ έναν χρόνο αργότερα ίδρυσε τη γυναικεία οργάνωση «Women in the World Summit». «Ένας δημοσιογράφος με ρώτησε κάποια στιγμή ποια διάσημη γυναίκα αποτελούσε το πρότυπό μου», γράφει σ’ ένα από τα ημερολόγια. «Ξέρω ότι είναι η λάθος φεμινιστική απάντηση, αλλά τα περισσότερα πρότυπά μου ήταν άντρες. Πάντα είχαν τις ζωές που ήθελα». Όχι πια.   ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ