ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οικιακή ψυχαγωγία

Ίσως να το έχετε πετύχει σε κάποιο ζάπινγκ. Στην ΕΡΤ 2 παίζεται εδώ και αρκετό καιρό. Λίγος κόσμος το βλέπει, όπως λίγος κόσμος το είδε όταν προβλήθηκε στις ΗΠΑ από το 2002 έως το 2008 – συγκεκριμένα, αυτές τις μέρες συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από το φινάλε του «The Wire», ενός σόου που δεν κέρδισε ποτέ την αγάπη του κόσμου στην εποχή του (ούτε και κανένα μεγάλο βραβείο), αλλά που εκτιμήθηκε με τα χρόνια, λίγο λίγο, μέχρι που έφτασε να θεωρείται (μαζί με το σύγχρονό του «Sopranos», επίσης του ΗΒΟ) η καλύτερη σειρά όλων των εποχών και αυτή που άλλαξε την ιστορία της τηλεόρασης.   

Αυτό που πιστώνεται στον δημιουργό του, Ντέιβιντ Σάιμον (ο οποίος χρειάστηκε να παρακαλέσει το ΗΒΟ να μη διακόψει τη σειρά λόγω της χαμηλής της τηλεθέασης), είναι ότι ενσωμάτωσε σε μια κλασική ιστορία αστυνομικών που κυνηγούν κακοποιούς (εμπόρους ναρκωτικών στη Βαλτιμόρη εν προκειμένω) ένα ντοκιμαντερίστικης λογικής σχόλιο σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η πολιτική σκηνή, η εργασία, ο Τύπος κ.ά. Σε αντίθεση με τον τηλεοπτικό κανόνα, το «The Wire» ήταν συχνά υπερβολικά πολύπλοκο, άλλοτε υπερβολικά σοβαρό και άλλοτε υπερβολικά αργό στην εξέλιξή του – είναι αξιοσημείωτο ότι σε μια τύποις αστυνομική σειρά οι εκπρόσωποι του νόμου πυροβολούν μόλις τρεις φορές σε 60 επεισόδια. 

Η κληρονομιά του «The Wire» στην παγκόσμια τηλεόραση είναι πως απέδειξε ότι μια τηλεοπτική σειρά δεν πρέπει απαραίτητα να λειτουργεί ως μια χαλαρή διασκέδαση για μετά τη δουλειά, αλλά μπορεί να είναι «δύσκολη» χωρίς να χάνει από την ομορφιά της. Χάρη στο «The Wire» καλλιεργήθηκε μια γενιά τηλεθεατών που απαιτούν πλέον ποιότητα όταν ανοίγουν την τηλεόρασή τους. Kαι κάτι ακόμα. Το γεγονός ότι η σειρά εκτιμήθηκε μετά το φινάλε της αποτελεί case study για το μάρκετινγκ ενός τηλεοπτικού προϊόντος – σκεφτείτε σήμερα, στην εποχή του Netflix, πόσο έχει υποτιμηθεί η ζωντανή μετάδοση και πώς ένα σόου δεν δημιουργείται για άμεση κατανάλωση, αλλά για να βρει τη θέση του εν ευθέτω χρόνω. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ