ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Το Σάββατο της Κυριακής

Μαριάνα Ευαγγέλου

Ονομάζομαι Κυριακή, με φωνάζουν Κική. Γεννήθηκα τριάντα πέντε ημέρες μετά το Πάσχα, ημέρα Κυριακή. Το όνομα, ωστόσο, το πήρα από τη γιαγιά Κυριακή (ή Κούλα), η οποία έκρινε αναγκαίο να μου υπενθυμίζει συχνά πυκνά ότι η Κυριακή του Μαΐου που είδα το φως της ζωής ήταν η Κυριακή του Τυφλού, γι’ αυτό κaι η εικόνα «ο Ιησούς ιώμενος τον εκ γενετής τυφλόν» προστέθηκε πίσω από το καντήλι, ανάμεσα στην εικόνα της Παναγίας και της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Κυριακής. Το θαύμα της ιάσεως το άκουγα κι αυτό συχνά πυκνά αντί παραμυθιού από τον παππού Κυριάκο, σύζυγο της γιαγιάς Κυριακής και θεολόγο, ο οποίος μου διάβαζε την Αγία Γραφή από το πρωτότυπο, για να συνηθίζει το αυτί μου τη γλώσσα του Ευαγγελίου. 

Γίνεται ήδη, νομίζω, ορατό ότι απ’ το όνομα Κυριακή θα ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο να ξεφύγω, καθώς, εκτός των άλλων, ο παππούς Κυριάκος και η γιαγιά Κυριακή ήταν οι γεννήτορες του πατέρα, κι ο μπαμπάς ήταν ο μοναχογιός και το μοναχοπαίδι τους, κι εγώ ήμουν η πρωτότοκη, που γεννήθηκε, συν τοις άλλοις, Κυριακή, και όχι μια τυχαία Κυριακή, αλλά εκείνη την Κυριακή που εορταζόταν ένα από τα θαύματα του Θεανθρώπου – αν και αυτό έλαβε χώρα ημέρα Σάββατο. Στο μόνο που πάτησε πόδι η μαμά ήταν το υποκοριστικό.  Έτσι έγινα Κική και όχι Κούλα. 

Όλες αυτές οι ιστορίες γύρω από την ιστορία του ονόματός μου παρέμεναν για τέσσερις περίπου δεκαετίες φυλαγμένες και ασφαλισμένες κι έβγαιναν στη φόρα αραιά και πού, σαν τα χρυσαφικά που κάποτε φορούσαν οι κυρίες μόνο στις γιορτές. Ήταν οι ιστορίες που ανακαλώντας τες μόνη μειδιούσα ή εξιστορώντας τες σε άλλους γελούσα. Συμπτώσεις αλυσιδωτές, που ανήκανε, νόμιζα, στο παρελθόν. 

Προ ολίγου έκλεισα το τηλέφωνο. Έμεινα να κοιτώ το είδωλό μου στη μαύρη οθόνη του κινητού, ψιθυρίζοντας αφηρημένα «έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι», φράση εκ του κατά Ιωάννην, που -για όσους δεν είχαν παππού θεολόγο- προέρχεται από την εξιστόρηση του θαύματος της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού. Μειδιώντας κατόπιν επανέλαβα τη φράση με μια προσθήκη: «Έρχεται νυξ ότε ουδείς εκ του ιδιωτικού τομέως δύναται εργάζεσθαι». 

Σήμερα λοιπόν, ημέρα Σάββατο, μετά από τρία χρόνια ανεργίας, έγινε ένα ακόμα θαύμα. Βρήκα δουλειά. Περισσότερες λεπτομέρειες δεν μπορώ να φέρω στο φως, θα εργάζομαι, βλέπετε, ανασφάλιστη, το οποίο ερμηνεύεται «λάθρα». Συμφέρει, λέει, και τους δύο. Πώς μπορείς, λέει, να αρνηθείς το συμφέρον σου; Την ίδια ερώτηση μου είχε θέσει και ο παππούς Κυριάκος όταν, εκμεταλλευόμενος τη σχέση του με την Εκκλησία, μου πρόσφερε, με το που πήρα το πτυχίο, διορισμό στο Δημόσιο. Αλλά εγώ είχα όνειρα, δεν διορίστηκα, βρήκα δουλειά. Με καταλαβαίνετε… (ή μήπως όχι;). Και μετά έμεινα άνεργη. Κι από αύριο πάλι άνεργη θα είμαι επισήμως, αλλά θα εργάζομαι κι ας ξημερώνει Κυριακή. Ποιος το περίμενε πως αύριο θα ήταν Κυριακή, και μάλιστα όχι μια τυχαία Κυριακή, αλλά η Κυριακή του Τυφλού; 

Υποψιάζομαι ότι μάλλον δεν με πιστεύετε. Ούτε τον εκ γενετής τυφλό πίστευαν, κι ας έλεγε μόνο τα γεγονότα. Κι εγώ μόνο τα γεγονότα αναφέρω. Το μόνο που απέφυγα να αποκαλύψω είναι το επίθετό μου, αλλά, μάλλον, ήδη το ψυλλιάζεστε: Κυριακού. ■

* Το μυθιστόρημα «Οστινάτο» της Μαριάνας Ευαγγέλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ