Είναι αλήθεια ότι η κορύφωση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας έστρεψε τα βλέμματα όλου του κόσμου στην Ελλάδα. Η χώρα βρέθηκε μετά το 2010 στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος κρατών, οργανισμών, αναλυτών, καιροσκόπων, εντός και εκτός επικράτειας, άσπονδων και αληθινών φίλων. Το ενδιαφέρον αυτό εκφράστηκε με μια έκρηξη δημοσιευμάτων στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή τη σκοτεινή γιορτή δημοσιότητας αρκετοί άρχισαν να παρατηρούν την καλλιτεχνική δραστηριότητα της χώρας. 

Κάποιοι ανακάλυψαν ότι δεν παράγουμε μόνο προβλήματα, αλλά και ενδιαφέρουσα τέχνη. Σε αυτό το κλίμα έκανε την εμφάνισή του σε ορισμένα από τα πιο απαιτητικά, από αισθητικής άποψης, διεθνή έντυπα το όνομα του Έλληνα φωτογράφου Πέτρου Ευσταθιάδη. Οι φωτογραφίες του άρχισαν να φιλοξενούνται σε εντυπωσιακά editorials περιοδικών, όπως το Monocle και το Wallpaper, στη βρετανική εφημερίδα The Guardian και στη γαλλική Le Monde.

Η ελληνική καταγωγή και το πρόσκαιρο ενδιαφέρον για τους καλλιτέχνες μιας ταλαιπωρημένης χώρας δεν εγγυώνται, αυτομάτως, σε κάποιον διεθνή καλλιτεχνική παρουσία. Ούτε εξασφαλίζουν τη διοργάνωση ατομικών εκθέσεων σε γκαλερί της Ευρώπης και της Αμερικής και βραβεύσεις. Ο Πέτρος Ευσταθιάδης απολαμβάνει όλες αυτές τις διακρίσεις –πριν από μερικές ημέρες βραβεύτηκε στη Γαλλία με το κορυφαίο φωτογραφικό βραβείο Prix HSBC pour la Photographie– χωρίς να χρειαστεί να προσαρμόσει τη δουλειά του σε κάποιου είδους αποδεκτούς κανόνες προκειμένου να δει το έργο του να αναγνωρίζεται διεθνώς.  

 

 

Δεμένος με τον τόπο του   

Aν και σπούδασε φωτογραφία στο κορυφαίο University for the Creative Arts – UCA Farnham στην Αγγλία, η δύναμη της τέχνης του είναι στενά συνδεδεμένη με τον τόπο καταγωγής του, το χωριό Λιπαρό του νομού Πέλλας, στη Βόρεια Ελλάδα. Εκεί είναι το ορμητήριό του, ο τόπος όπου επεξεργάζεται τις παράδοξες ιδέες του. Εκεί ζουν οι γνωστοί και οι φίλοι του που πρωταγωνιστούν στις φωτογραφικές συνθέσεις του. Εκεί, στις χωματερές της γενέτειράς του, εντοπίζει τα ταπεινά, κατεστραμμένα υλικά τα οποία αξιοποιεί με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο στις φωτογραφίες του. Στον κόσμο που αποκαλύπτει, ένα παλιό μπουρνούζι μεταμορφώνεται πειστικά σε στολή αστροναύτη, ένα μισολιωμένο σαπούνι και μια μαργαρίτα σε βόμβα, μερικά ξύλινα θραύσματα σε επιβλητικές πύλες φανταστικών ναών ή παλατιών. 

H σχέση του με τη φωτογραφία ξεκίνησε σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, όταν βρέθηκε στα χέρια του μια γιαπωνέζικη φωτογραφική μηχανή με την οποία άρχισε να φωτογραφίζει πεταλούδες, λουλούδια και τα τοπία του χωριού του. Αργότερα, γοητευμένος από τον ήρωα της ταινίας «Blow up» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, θέλησε να ενσαρκώσει το στερεότυπο του κλασικού φωτογράφου, αλλά σύντομα βαρέθηκε, όπως λέει. Τότε ξεκίνησε να δημιουργεί σενάρια, να σχεδιάζει το στήσιμο μιας φωτογραφίας, δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στα αντικείμενα και στη σύνθεσή τους στον χώρο, στην ιδέα της εικόνας πριν από τη φωτογράφιση.  

«Οι φωτογραφίες μου έχουν ρίζες στον τόπο μου και στην αισθητική του», λέει στη συνομιλία μας. «Το τοπίο είναι βαλκανικό· καθόλου γραφικό, χωρίς μπλε ουρανούς και γραφικά σπιτάκια. Πριν ξεκινήσω τη δουλειά μου, όταν βρίσκομαι εκεί, περνώ κάποιες μέρες προσαρμογής· προσπαθώ να συγχρονιστώ με τον αργό ρυθμό του περιβάλλοντος και μόνο όταν νιώσω ότι έχω αφομοιωθεί, ότι δεν είμαι τουρίστας, ξεκινώ να δουλεύω. Στο χωριό κυριαρχεί περισσότερο η παρακμή παρά η γοητεία. Και οι περισσότεροι βρίσκονται εκεί επειδή δεν μπορούν να είναι κάπου καλύτερα». 

Ο ίδιος θεωρεί λογικό το ότι οι περισσότεροι ξένοι συνδέουν τη δουλειά του με την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και παραδέχεται ότι αυτή η δύσκολη πραγματικότητα έχει επηρεάσει και έχει αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεται και δουλεύει. Στο ερώτημα αν έχει ερμηνεύσει τους λόγους της ευρείας αποδοχής του έργου του, απαντά νηφάλια: «Στην αρχή αναρωτιόμουν γιατί θέλουν κάποιοι να δείξουν τη δουλειά μου και να συνεργαστούν μαζί μου. Στη συνέχεια, κατάλαβα ότι μάλλον υπάρχει ένα διαφορετικό στοιχείο σε αυτήν, κάτι αρκετά οικείο και απλό που μπορεί να ταιριάξει σχεδόν παντού». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ