ΒΙΒΛΙΟ

Εικαστική συνομιλία με τον Ροΐδη

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

«Υπό αδιηγήτου κατεχόμενη χαράς έστρεφεν ακτινοβόλα βλέμματα επί το γονυπετές εκείνο πλήθος».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ,
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πάπισσα Ιωάννα
εκδ. Athens Review of Books, σελ. 208

Οταν το 1866 ο Εμμανουήλ Ροΐδης εξέδωσε την «Πάπισσα Ιωάννα», οι έννοιες της σάτιρας και του παιγνιώδους λόγου είχαν πολύ διαφορετική υφή απ’ ό,τι σήμερα. Το ίδιο διαφορετική ήταν και η ανοχή των επίσημων θεσμών, όπως για παράδειγμα της Εκκλησίας, η οποία καταδίκασε το μυθιστόρημα ως «αντιχριστιανικό και κακόηθες», διώκοντας δικαστικά και τον συγγραφέα του. Σε αντίθεση ωστόσο με αυτές τις μουχλιασμένες αποφάσεις, οι οποίες πλέον ελάχιστα ενδιαφέρουν, το ίδιο το έργο Ροΐδη παραμένει, ενάμιση αιώνα μετά, ζωντανό και καρποφόρο. Αποτελεί δε πηγή έμπνευσης για δουλειές όπως αυτή του σκιτσογράφου Δημήτρη Χαντζόπουλου, ο οποίος πρόσφατα το μετέφερε σε ένα πλούσια εικονογραφημένο graphic novel που κυκλοφορεί από την Athens Review of Books.

Για όσους δεν γνωρίζουν: με την «Πάπισσα Ιωάννα», ο Ροΐδης αφηγείται έναν δημοφιλή μεσαιωνικό μύθο, σύμφωνα με τον οποίο μια γυναίκα, η όμορφη Ιωάννα, καταφέρνει να ανέλθει στην εκκλησιαστική ιεραρχία μεταμφιεσμένη σε άνδρα, κατορθώνοντας τελικά να φθάσει ώς τον παπικό θρόνο. Με όχημα τη συγκεκριμένη ιστορία, ο συγγραφέας σατιρίζει με ζωντάνια ιερατικές παραδόσεις και κοινωνικές συμβάσεις, χρησιμοποιώντας απολαυστικά εκφραστικά σχήματα, τα οποία απηχούν ακόμα και σήμερα την αξία τους. Ο Χαντζόπουλος, από την πλευρά του, διατηρεί το πρωτότυπο καθαρευουσιάνικο γλωσσικό ιδίωμα –αντί κάποιας από τις μεταφράσεις στη δημοτική– υποτιτλίζοντας με αυτό τα σκίτσα του. Ισως θα ήταν καλύτερα να πούμε πως πρόκειται για συνδυασμό: κάποιες δηλαδή από τις δημιουργημένες εικόνες αποτελούν αποτύπωση όσων αναφέρει το κείμενο, ενώ άλλες προχωρούν παραπάνω, υιοθετώντας ελεύθερα το νόημά του, προκειμένου να αναδείξουν ένα δεύτερο επίπεδο.

Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από ταιριαστό, όπως για παράδειγμα στη σκηνή όπου ένας μοναχός βαπτίζει κανονικά το κρέας ψάρι, κατόπιν υπόδειξης της Ιωάννας. Η σειρά των σκίτσων που συνοδεύουν το... θαύμα –«βαπτίσατε την χήνα ταύτην εις ιχθύν και φάγετε αυτήν αφόβως [...] αμήν, απεκρίθησαν οι σύντροφοι αυτού, και μετ’ ου πολύ τα οστά μόνον απέμειναν των νεοβάπτιστων ιχθύων»– είναι πραγματικά μοναδική. Μια άλλη «πρόκληση» για τον σκιτσογράφο ήταν σίγουρα οι χαρακτηριστικές, ιδιοφυείς παρομοιώσεις του Ροΐδη. Αποσπάσματα όπως το «...η κεφαλή του Αγίου Ιωάννου προσεφέρετο ως αμοιβή της ορχήσεως εις την θυγατέρα της Ηρωδιάδος, όπως σήμερον ανθοδέσμαι εις τας χορευτρίας» δίνουν βέβαια αφορμές στη δημιουργική φαντασία, ενώ ακόμη πιο ενδιαφέρων είναι ο χειρισμός των πιο... πικάντικων σημείων της αφήγησης.

Ακολουθώντας τη χιουμοριστική τακτική του συγγραφέα, ο οποίος βέβαια δεν απέφυγε τις περί βλασφημίας κατηγορίες, ο Χαντζόπουλος διατηρεί το υπαινικτικό του ύφος στα συγκεκριμένα σκίτσα. Το παιχνίδι μεταξύ κυριολεξίας και μεταφοράς είναι και εδώ, όπως στο μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου, έντονο και ενδεικτικό του αρμονικού διαλόγου μεταξύ συγγραφέα και σκιτσογράφου. Αλλωστε, αν δεν υπήρχαν τα χρονικά εμπόδια, οι δυο τους θα μπορούσαν άνετα να είναι και συνεργάτες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ