ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η δική μου στενοχώρια, του άλλου η χαρά». Αυτή είναι μια λαϊκή σοφία που περιγράφει πολλές εκφάνσεις του ελληνικού τρόπου συνύπαρξης – σχεδόν διαχρονικά. Αυτό σκεφτόμουν καθώς ανεβοκατέβαινα την οδό Αρχελάου, στο Παγκράτι, έπειτα από τις καταγγελίες κατοίκων της περιοχής στην «Κ» σχετικά με το πόσο δύσκολο είναι πλέον να ζεις εκεί, ενώ η οικονομία και η –πολύ συγκεκριμένη– επιχειρηματικότητα ανθούν. Σκεφτόμουν, επίσης, ότι δεν χρειάζεται να πέσει ο ήλιος ή να είναι Σάββατο προκειμένου να αντιληφθείς το μέγεθος του προβλήματος. Τα εκατέρωθεν του δρόμου πεζοδρόμια έχουν μετατραπεί σε προστατευμένες και καθορισμένες... αυλές με τραπεζοκαθίσματα, ενώ, όταν καταφθάσει η νύχτα και ο ήχος της πόλης καταλαγιάσει, η μουσική και η οχλαγωγία από τα αυξημένα πλήθη επισκεπτών σε μπαρ, εστιατόρια και καφέ δημιουργούν χάβρα.

Δεν είναι πολλά χρόνια από τότε που η Αρχελάου μεταμορφώθηκε σε ένα επιπλέον κέντρο διασκέδασης της Αθήνας. Με το γνωστό επιχειρηματικό... δαιμόνιο των Ελλήνων, οι οποίοι, όταν βρίσκουν τα δύσκολα, στρέφονται μαζικά στην παροχή υπηρεσιών εστίασης και ψυχαγωγίας, αλλά και με τον κορεσμό του Κολωνακίου και την κατακόρυφη αύξηση της προσφοράς καταλυμάτων μέσω Airbnb, ο οδικός άξονας του Παγκρατίου, εντός τριετίας, αποτελεί τη νέα... Τσακάλωφ. Η διαφορά, ασφαλώς, είναι ότι εξακολουθούν να διέρχονται αυτοκίνητα, με τους οδηγούς να αναζητούν θέση πάρκινγκ στο ανέκαθεν «δύσκολο» για παρκάρισμα Παγκράτι. Κι όταν δεν βρίσκουν νόμιμη οδό, απλώς διπλο- ή και τριπλοπαρκάρουν, όπως, εξάλλου, φαίνεται από τις φωτογραφίες που έχει τραβήξει ο φωτογράφος της «Κ» Νίκος Κοκκαλιάς.


«Δεν έχουμε πεζοδρόμιο να περπατήσουμε», λένε κάτοικοι.

Τι λένε οι περίοικοι

Κάτοικοι, πάντως, τα στοιχεία των οποίων διαθέτει η εφημερίδα, περιγράφουν μία ακόμη πιο προβληματική κατάσταση. «Μετά δυσκολίας βγαίνουμε από τις εισόδους μας ή επιστρέφουμε στα σπίτια μας, ειδικά το βράδυ. Τα τραπεζοκαθίσματα, οι οριοθετήσεις της πρασιάς κάθε καταστήματος και ο μαζικός πληθυσμός επισκεπτών έχουν καταστήσει την καθημερινότητά μας αφόρητη», μεταφέρουν στην «Κ». «Δεν έχουμε πεζοδρόμιο να περπατήσουμε, για να διασχίσουμε την Αρχελάου, πρέπει να περνάμε διαρκώς ανάμεσα από ανθρώπους που τρώνε και πίνουν, μέχρι και για να βγάλουμε τα σκουπίδια μας πρέπει να το σκεφτούμε δυο φορές – εσείς θα κατεβάζατε τα σκουπίδια σας αν έπρεπε να περάσετε ανάμεσα από το τόσο κόσμο;» μεταφέρει από ετών κάτοικος της Αρχελάου, που έχει δει τη γειτονιά της να καθίσταται αβίωτη κατά την τελευταία τριετία.

Ακόμη κι αν εντάξει κανείς την κατάληψη των πεζοδρομίων στα «χαριτωμένα» του ελληνικού ταμπεραμέντου, μία βόλτα κάποιο βράδυ στο εν λόγω σημείο του Παγκρατίου αρκεί προκειμένου να αντιληφθεί κάποιος ότι πλέον σχεδόν δεν υπάρχει καν... δρόμος. Πέραν των νόμιμων θέσεων πάρκινγκ, οι επισκέπτες –αλλά και απελπισμένοι κάτοικοι– αφήνουν τα αυτοκίνητά τους κυριολεκτικά όπου βρουν: διπλοπαρκαρισμένα κατά μήκος του δρόμου και συχνά τριπλοπαρκαρισμένα όπου εκείνος «ανοίγει», όπως συμβαίνει στις εκβολές της Αμύντα και της Αρριανού στην Αρχελάου. «Μπορεί να χρειαστεί να κάνεις ατελείωτα ζικ-ζακ ανάμεσα στους ελάχιστους χώρους που αφήνουν τα αυτοκίνητα μεταξύ τους για να καταφέρεις να πατήσεις οδόστρωμα», αφηγείται έτερος κάτοικος της περιοχής στην «Κ». «Κι αν έχεις και πράγματα, τότε θα πρέπει να τα σηκώσεις ψηλά στον αέρα, σαν τρόπαιο νίκης που κατόρθωσες να περάσεις απέναντι», προσθέτει ο ίδιος.

Κι αν όλα αυτά μπορεί κανείς να συνηθίσει να τα αντιμετωπίζει καθημερινά –με ακροβατικά ή χωρίς–, αυτό που, εξ όσων συνάγεται, δεν αντέχεται είναι η μουσική και η βαβούρα. «Εχω χωρίσει το σπίτι στα δύο. Το πρωί είμαι στο μπροστά, διότι δεν ενοχλούμαι, αφού υπάρχει ο ήχος της πόλης που τα καταπίνει όλα, και το βράδυ “ταμπουρώνομαι” στο πίσω, διότι είναι αδύνατον να καθίσεις από τον ενοχλητικό θόρυβο», μεταφέρει στην «Κ» κάτοικος περίπου των μέσων της Αρχελάου.


Τριπλοπαρκαρισμένα σε «ανοίγματα» του δρόμου, οχήματα.

Συνύπαρξη και αλληλεγγύη

«Στέλνω διαρκώς μηνύματα στον ιδιοκτήτη, μέσα στην άγρια νύχτα, να χαμηλώσει τη μουσική. Αλλες μέρες τα καταφέρνω, άλλες απλώς πρέπει να περιμένω να πάει πέντε το πρωί για να κοιμηθώ. Εχω πάει στην Α΄ Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, έχω κάνει επίσημη καταγγελία για τον αδιανόητο θόρυβο, δηλαδή για βλάβη δημόσιας υγείας. Βέβαια, εκείνοι ήρθαν για αυτοψία το πρωί. Οταν τους επισήμανα ότι το πρωί δεν είναι το ίδιο, ξέρετε τι μου απάντησαν; “Εμάς το ωράριό μας είναι μέχρι το μεσημέρι. Μετά σχολάμε”. Οπότε, για τη συγκεκριμένη υπηρεσία η Αρχελάου διάγει βίον ανθόσπαρτον...», λέει η ίδια πηγή και προσθέτει: «Εχω τηλεφωνήσει στην αστυνομία, αλλά, μόλις εμφανίζονται, χαμηλώνει η μουσική και όλα βαίνουν καλώς. Τους καταλαβαίνω τους επιχειρηματίες – έχουν πάρει ρίσκα και έχουν να στηρίξουν οικογένειες. Η έννοια της συνύπαρξης και της αλληλεγγύης, όμως, δεν πρέπει να λησμονείται, ειδικά σε μια τόσο δύσκολη πόλη».

Οπως και να ’χει, οι επιχειρηματίες πρέπει να επιχειρούν και οι κάτοικοι να κατοικούν. Οι πόλεις, όμως, αλλάζουν και μετακινούνται τα κέντρα βάρους τους. Η Αθήνα δεν μοιάζει ικανή –ή διατεθειμένη– να ορίσει τους κανόνες της ομαλής συμβίωσης των πολιτών της· περισσότερο, δε, εξακολουθεί να τραβάει όπου φυσάει ο άνεμος.

Στο στόχαστρο του δήμου

Αυτό που, σχεδόν με μια φωνή, αναρωτιούνται όσοι κάτοικοι συνομίλησαν με την «Κ», είναι για ποιον λόγο ο Δήμος Αθηναίων εξακολουθεί να δίνει άδειες για καταστήματα εστίασης και ψυχαγωγίας, ενώ παραμένει μια πυκνοκατοικημένη περιοχή του κέντρου της πρωτεύουσας. «Εδώ είναι χειρότερα από την Τσακάλωφ. Εδώ ζουν εκατοντάδες άνθρωποι αυτής της πόλης. Προτίθεται, άραγε, ο δήμος να εφαρμόσει το ρυθμιστικό και στην περιοχή μας, που κάποτε ήταν γειτονιά και τώρα είναι άλλο ένα στέκι της Αθήνας;». Ο Δήμος Αθηναίων, πάντως, σύμφωνα με δηλώσεις στελεχών του στην «Κ», παραδέχεται ότι η Αρχελάου είναι ένα από τα προβληματικά σημεία της πρωτεύουσας. «Είναι στο στόχαστρο του δήμου για τις επόμενες εβδομάδες, κατά τον τρόπο που εφαρμόστηκε στην Τσακάλωφ, στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, στου Ψυρρή, και όπως συμβαίνει αυτή την εβδομάδα στου Μακρυγιάννη. Η Αρχελάου είναι προβληματικό σημείο και θα τεθούν όρια, ταυτόχρονα με την Πλάκα», όπως περιγράφουν στην «Κ». Οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι ο Δήμος Αθηναίων νομιμοποιείται να δώσει άδεια κατάληψης δημόσιου χώρου και όχι άδεια χρήσης λειτουργίας καταστήματος, δικαιοδοσία που ανήκει στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση. «Με λιγότερους από 400 δημοτικούς αστυνομικούς, χρειάζεται χρόνος. Σε πρώτη φάση, επιλέγουμε την καταστολή και την οριοθέτηση με γραμμές της περιοχής τραπεζοκαθισμάτων, που είναι μεν αντιαισθητικές, αλλά εκθέτουν τον επιχειρηματία. Είναι οριακά τα πράγματα στην πόλη στο επίπεδο της συνεννόησης για την έννοια της νομιμότητας»...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ