Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Ενα σιγανό ποτάμι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γυρίζει την κάμερα του κινητού στη θέση για selfie και φτιάχνει το μαλλί. Για καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα, ρουφάει και τα μάγουλα...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Οτι ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος μπορεί να είναι –και συνήθως είναι– ένας πολύ φιλικός και ζεστός άνθρωπος τον βοηθά πολύ. Προκαλεί, κατ’ αρχάς, ένα κλίμα συμπάθειας για το πρόσωπό του, που τον προστατεύει από επιθέσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα. Ακόμη σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ενισχύει την επικρατούσα στην κοινή γνώμη εικόνα ενός Αρχιεπισκόπου πολιτικά αβλαβούς και αδύναμου, ο οποίος βρίσκεται υπό τη διαρκή πίεση και απειλή των λεγομένων ακραίων, δηλαδή των εκφραστών ενός ελληνορθόδοξου φονταμενταλισμού. Αυτή η εικόνα –η επικρατούσα– είναι όχι μόνον ανακριβής, αλλά και παραπλανητική. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, στα εννέα χρόνια μέχρι τώρα της θητείας του, έχει αναδειχθεί σε ισχυρό και ιδιαιτέρως αποτελεσματικό παράγοντα της πολιτικής. Οχι για τον εαυτό του, με την έννοια του προσωπικού συμφέροντος· πρωτίστως, για την Εκκλησία της Ελλάδος.

Το ένα σκέλος αυτής της πολιτικής αφορά την ενδυνάμωση της θέσης της Εκκλησίας: και θεσμικά, αλλά και με τους παραδοσιακούς τρόπους. Ως προς τη θεσμική ενδυνάμωση, δεν ξέρω να είναι πολλοί εκείνοι που έχουν παρατηρήσει ότι, μέσα σε εννέα χρόνια, ο Μακαριότατος έχει πετύχει τριάντα μία τροπολογίες στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος – και, τέλος πάντων, δεν έχω προσέξει να έχει ενοχληθεί κάποιος. Κατά το πλείστον, οι τροπολογίες έχουν περάσει μονομερώς – ενώ ο σχετικός νόμος του 1977, επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, ήταν το προϊόν της κοινής συμφωνίας Πολιτείας, Εκκλησίας και Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, χωρίς καν να έχει συζητηθεί το ζήτημα στην Ιερά Σύνοδο.

Οι περισσότερες από αυτές τις ρυθμίσεις αφορούν θέματα οικονομικά, είτε αμέσως είτε εμμέσως, η δε μέθοδος με την οποία προωθούνται είναι η πατροπαράδοτη: κατευθείαν μέσω του υπουργικού γραφείου, ώστε να εξασφαλίζεται η διακριτικότητα. Ζωτικής σημασίας στη λειτουργία του διαύλου είναι ο «μόνιμος» γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων Γ. Καλαντζής. Επί χρόνια στενός συνεργάτης του Θεόδωρου Πάγκαλου, άνθρωπος μορφωμένος, έξυπνος και ικανότατος, ο Καλαντζής διορίστηκε εκεί το 2011, επί υπουργίας Αννας Διαμαντοπούλου. Εκτοτε, ουδείς διανοήθηκε να τον μετακινήσει από τη θέση του: δεν τον άγγιξαν ούτε οι ποσοστώσεις του μπαρμπα-Φώτη (το «4-2-1», αν θυμάστε) ούτε καν ο ΣΥΡΙΖΑ.

Τώρα, ως προς τον παραδοσιακό τρόπο ενδυνάμωσης της Εκκλησίας, το καλύτερο παράδειγμα είναι η προώθηση προσώπων της επιρροής του σε θέσεις-κλειδιά (lobbying, σε απλά ελληνικά). Η περίπτωση προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου, διορισθέντος επί ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, είναι χαρακτηριστική. Ο Αρχιεπίσκοπος πέτυχε να τον επιβάλει, αφού είχε προσπαθήσει χωρίς επιτυχία δύο φορές στο παρελθόν για το ίδιο πρόσωπο. Στον αντίποδα της εύνοιας που εκφράζεται ως ενεργός υποστήριξη, έχουμε την περίπτωση της απομάκρυνσης του Ν. Φίλη από το υπουργείο Παιδείας. Από την εποχή του αειμνήστου Τρίτση είχε να συμβεί παρόμοια μετωπική υπουργείου και Εκκλησίας – με αποτελέσματα ανάλογα και στις δύο περιπτώσεις.

Το δεύτερο σκέλος της πολιτικής του Αρχιεπισκόπου αφορά τον περιορισμό της επιρροής του Πατριαρχείου στα ελλαδικά πράγματα γενικώς. Παραπονούνται πηγές του Πατριαρχείου ότι αγνοείται το πρωτόκολλο συνεργασίας των δύο Εκκλησιών, που υπεγράφη κατά την πρώτη επίσκεψη του Ιερωνύμου στο Φανάρι. Ετσι, ούτε ο ναός της Αγ. Ειρήνης παραχωρήθηκε στο Πατριαρχείο ούτε αναβαθμίστηκε το γραφείο του στην Αθήνα. Ειδικά δε στο ζήτημα της λειτουργίας ενός πατριαρχικού ναού στην Αθήνα, ο πόλεμος από πλευράς του Αθηνών έχει πάρει διαστάσεις πρωτοφανείς, με αφορμή την τύχη του κληροδοτήματος Προμπονά. Εν ολίγοις, η προσπάθεια της Αρχιεπισκοπής να εμποδίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο να πατήσει πόδι στην Αθήνα έχει καταλήξει στο παράδοξο γεγονός να έχει καταθέσει ο Αρχιεπίσκοπος αγωγή κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη!

Προστίθενται και άλλα μέσα στην πολεμική της Αρχιεπισκοπής. Οι επιθέσεις, λ.χ., που εξαπολύουν κατά του Πατριαρχείου μέσα στη Σύνοδο ιεράρχες όπως ο Ναυπάκτου και ο Πειραιώς, οι οποίες μένουν πάντα αναπάντητες από τον Αρχιεπίσκοπο, με τρόπο που υποδηλώνει ότι, πάντως, δεν τις αποδοκιμάζει. Είναι και το θέμα του διοικητή του Αγίου Ορους, όπου ο Πατριάρχης πιέζεται να αποδεχθεί τον εκλεκτό της Αθήνας. Με αυτό τον σκοπό επισκέφθηκαν προ καιρού τον Πατριάρχη στενός συνεργάτης του Ιερωνύμου, ο Κ. Δήμτσας, συνοδευόμενος από τον αδελφό (όχι τον γνωστό εξάδελφο) του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα.

Σπεύδω να κάνω σαφές ότι η αξιολόγηση αυτών των κινήσεων της ελλαδικής Εκκλησίας εις βάρος του Πατριαρχείου δεν μπορούν να κριθούν εκτός του ιστορικού πλαισίου των δύο θεσμών. Ακόμη και οι θαυμαστές του αναγνωρίζουν ως μέγιστο λάθος του Βενιζέλου, στη Συνθήκη της Λωζάννης, τη διατήρηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη. («Οι μεγάλοι μαστόροι κάμνουν και μεγάλα λάθη, Ελενίτσα», όπως είχε πει ο ίδιος στη γυναίκα του, για κάποιο άλλο θέμα). Η ισότιμη ανταλλαγή «ομήρων», που έγινε τότε μέσω της Λωζάννης, σήμερα έχει ανατραπεί, έπειτα από την ουσιαστική εξάλειψη της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, με αποτέλεσμα να έχει καταλήξει σε μονομερή ομηρία εις βάρος της Ελλάδος. Αν η Τουρκία είχε σταθερά ευρωπαϊκό προσανατολισμό, το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα ήταν χρήσιμο ως παράγων ενισχυτικός των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Σήμερα, όμως, με την Τουρκία του Ερντογάν, ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος του και, ιδίως, όταν ο κίνδυνος θερμού ελληνοτουρκικού επεισοδίου ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο πιθανός; Θυμίζω, ως ενδεικτικό της απόλυτης αδυναμίας του, ότι ο Παναγιώτατος ευλόγησε τα τουρκικά στρατεύματα που πολεμούν στην πόλη Αφρίν.

Ο Σεραφείμ το έλεγε στους συνομιλητές του ότι ο καλύτερος για να τον διαδεχθεί ήταν ο Ιερώνυμος. Ηταν πράγματι. Κάνει τη δουλειά του Χριστόδουλου χωρίς τη φασαρία του Μακαριστού. Προτιμά τη δύναμη του σκηνοθέτη από τους προβολείς του πρωταγωνιστή επί σκηνής. Ξεκίνησα αναφερόμενος στην εικόνα του Αρχιεπισκόπου ως δήθεν αβλαβούς και αδύναμου ιεράρχη. Υποθέτω ότι με τα παραπάνω απέδειξα ότι αδύναμος δεν είναι. Κατά πόσον, όμως, είναι αβλαβής η υπερσυγκέντρωση ισχύος πρέπει να εκτιμηθεί μέσα στο πλαίσιο της κρίσης των δημοκρατικών θεσμών. Αυτή την άσκηση ας την κάνει ο καθένας για τον εαυτό του...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ