ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Λουίς Ονφρέ: Δεν είμαι κλέφτης, είμαι καλλιτέχνης

ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

Τον Ιούνιο του 2005, οι φύλακες του Μουσείου Καλών Τεχνών του Σαντιάγο διαπίστωσαν ότι το σπουδαίο γλυπτό του Ροντέν «ο κορμός της Αντέλ» είχε κάνει φτερά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μια κλοπή έργου τέχνης μπορεί να είναι περφόρμανς; Ενας φοιτητής επιχείρησε να αποδείξει πως είναι, κλέβοντας μάλιστα ένα αριστούργημα του Ογκίστ Ροντέν. Συνέβη στη Χιλή τον Ιούνιο του 2005, όταν κάποιο πρωινό οι φύλακες του Μουσείου Καλών Τεχνών του Σαντιάγο διαπίστωσαν ότι ένα άγαλμα του Ροντέν έλειπε από την προθήκη του. Σε ελάχιστες ώρες τα κανάλια διέκοπταν το πρόγραμμά τους για να μεταδώσουν την έκτακτη είδηση.

«Γλυπτό του Ροντέν έκανε φτερά από την αίθουσα που φιλοξενούσε έκθεση του Γάλλου καλλιτέχνη. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη κλοπή έργου τέχνης στην ιστορία της Χιλής». Ζωντανές συνδέσεις και σενάρια γέμιζαν τα ρεπορτάζ. «Ξέρουμε για ποιο έργο πρόκειται;» «Μάλλον για το «φιλί», έλεγε ο δημοσιογράφος. Τελικά ήταν ο «κορμός της Αντέλ» και ο πανικός στο μουσείο, στο υπουργείο Πολιτισμού, στην αστυνομία, στην εισαγγελία, αλλά και στη Γαλλία που δάνεισε τα έργα για την έκθεση στο Σαντιάγο, δεν περιγράφεται. Κάθε κανάλι κοστολογούσε το έργο με τη δική του τιμή, μιλούσαν για αξία εκατομμυρίων ευρώ, αλλά και για τις τεράστιες αρνητικές πολιτικές επιπτώσεις στη Χιλή.

Ενα εικοσιτετράωρο αργότερα, ο Λουίς Ονφρέ (Luis Onfray), φοιτητής της Σχολής Kαλών Τεχνών, ήταν ο ήρωας της ημέρας στη χώρα του. Βρήκε το άγαλμα, όπως ανέφερε, μέσα σε νάιλον σακούλα πεταμένο στο πάρκο και το παρέδωσε στο μουσείο. Μόνο που στην ανάκριση από ήρωας έγινε κατηγορούμενος. Ομολόγησε την κλοπή υποστηρίζοντας ότι η κίνησή του αυτή δεν ήταν παρά μια περφόρμανς, που ήθελε να αποδείξει πως η τέχνη μπορεί να είναι περισσότερο παρούσα διά της απουσίας της. Ηταν τελικά κλέφτης ή καλλιτέχνης;

Το ντοκιμαντέρ «Ο κλεμμένος Ροντέν» του Κριστόμπαλ Βαλενσουέλα (παραγωγή 2017) –μία από τις δεκάδες ενδιαφέρουσες ταινίες που παρακολουθήσαμε στο 20ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με sold out προβολές– εμβαθύνει με μοναδικό τρόπο σε ζητήματα της σύγχρονης τέχνης και στα διλήμματα ενός πραγματικού καλλιτέχνη. Μιλάει με τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής (υπευθύνους του μουσείου, ιστορικούς τέχνης, τον εισαγγελέα), ξεδιπλώνει το χρονικό της κλοπής, θίγει το ζήτημα ασφάλειας των έργων, αναστοχάζεται γύρω από τις μορφές της επιτελεστικής τέχνης και πώς αυτή εκλαμβάνεται από το κοινό. Και παραλληλίζει την κλοπή του «κορμού της Αντέλ» με την κλοπή της Μόνα Λίζα, γνωστής ως Τζοκόντα, του Λεονάρντο ντα Βίντσι από το Μουσείο του Λούβρου τον Αύγουστο του 1911 από τον Βιτσέντζο Περούτζια – εντοπίστηκε δύο χρόνια αργότερα, όταν προσπάθησε να πουλήσει τον πίνακα στη Φλωρεντία.

«Δεν είμαι κλέφτης, είμαι καλλιτέχνης», υποστήριζε ο Χιλιανός φοιτητής περιγράφοντας την αυθόρμητη κίνησή του. «Το βράδυ των εγκαινίων», ανέφερε στην ανάκριση, «κατέβαινα τις σκάλες του μουσείου. Hταν όλα σκοτεινά. Η αίθουσα που φιλοξενούσε την έκθεση του Ροντέν ήταν ανοιχτή, χωρίς κάμερες και συναγερμούς, χωρίς φώτα. Πήρα το γλυπτό χωρίς δεύτερη σκέψη. Eτσι έπρεπε να γίνει. Χώρεσε μέσα στο σακίδιό μου. Πήγα στο σπίτι μου, περιεργάστηκα το έργο επί ώρες. Ζωγράφισα διάφορα σχέδια εμπνευσμένα από τον “κορμό της Αντέλ” και την επομένη το επέστρεψα». «Δεν είμαι κλέφτης, είμαι καλλιτέχνης», επαναλάμβανε. Δεν είναι ξεκάθαρο ποιο ήταν το πραγματικό του κίνητρο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι η επισκεψιμότητα της έκθεσης ανέβηκε στα ύψη και θα μείνει στην ιστορία ως η δημοφιλέστερη στη Χιλή όπως η Τζοκόντα, η φήμη της οποίας αυξήθηκε κατακόρυφα μετά την κλοπή παραμένοντας αμείωτη έως σήμερα.

Ο «Κλεμμένος Ροντέν», που διακρίθηκε με βραβεία στο Σαντιάγο και στη Βαρκελώνη, αναδείχτηκε το καλύτερο λατινοαμερικανικό ντοκιμαντέρ του 2017.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ