ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Για μια νέα αντίληψη εθνικής άμυνας και ασφάλειας

ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι κοινή παραδοχή ότι η Ελλάδα βρίσκεται μέσα σε ένα γεωπολιτικό τρίγωνο αστάθειας, που περιλαμβάνει τα Βαλκάνια, τη Βόρεια Αφρική και την Ανατολική Μεσόγειο. Η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας συνιστά σίγουρα τη μεγαλύτερη απειλή για την ελληνική ασφάλεια. Η Αγκυρα διατηρεί τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και έχει ξεκινήσει ένα κολοσσιαίο εξοπλιστικό πρόγραμμα για να αποκτήσει στρατιωτική υπεροχή στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις έχουν αποκομίσει πολύτιμη εμπειρία στη διεξαγωγή επιθετικών στρατιωτικών επιχειρήσεων και εκπαιδεύουν τα στελέχη τους με πολεμικό ήθος.

Παρ’ όλα ταύτα, η Ελλάδα δεν διαθέτει ένα καλά δομημένο σύστημα εθνικής ασφάλειας για να αντεπεξέλθει αποτελεσματικά σε αυτή την πρόκληση. Το ΚΥΣΕΑ δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες τις εποχής, αφού απλά επικυρώνει αποφάσεις για εξοπλιστικά προγράμματα. Η χώρα χρειάζεται ένα νέο όργανο που θα προσφέρει επιτελική υποστήριξη στην εκπόνηση πολιτικής εθνικής άμυνας και ασφάλειας, ενώ θα συντονίζει δράσεις ανάμεσα στις εμπλεκόμενες υπηρεσίες. Η ίδρυση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να συνεισφέρει στην εμπέδωση μιας νέας αντίληψης για τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας. Ωστόσο, η πολιτική ηγεσία πρέπει να λάβει υπόψη της δύο παράγοντες που θέτουν σημαντικούς περιορισμούς.

Ο πρώτος παράγοντας σχετίζεται με το δημογραφικό πρόβλημα που επιτείνεται από τη συνεχιζόμενη μετανάστευση χιλιάδων νέων ανθρώπων. Για να διατηρηθεί η οροφή προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο υπάρχουν τρεις λύσεις: αύξηση της θητείας, πρόσληψη μόνιμου προσωπικού ή υποχρεωτική στράτευση γυναικών. Υπάρχει και μία τέταρτη λύση, η οποία έχει υιοθετηθεί με επιτυχία από ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Γαλλία, Ισπανία), αλλά δεν έχει ποτέ κανείς τολμήσει να προτείνει. Είναι η στράτευση αλλοδαπών με παροχή ημιεπαγγελματικών κινήτρων (π.χ. μισθός, χορήγηση ιθαγένειας). Πάντως, η διεθνής τάση είναι η επαγγελματοποίηση του στρατού στη βάση υψηλής εξειδίκευσης και διαρκούς αξιολόγησης.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά τη συρρίκνωση της οικονομίας και την αναιμική ανάπτυξη, που δεν επιτρέπουν τη μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών. Η αγορά μαχητικών και μονάδων επιφανείας είναι επιτακτική ανάγκη, αλλά η χώρα μας δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την Τουρκία σε μια μακροχρόνια κούρσα εξοπλισμών. Η Ελλάδα, όμως, έχει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τη γειτονική χώρα. Διαθέτει ένα μεγάλο επιστημονικό δυναμικό στους κρίσιμους τομείς της πληροφορικής, της επικοινωνίας, της ναυπηγικής και της αεροναυπηγικής. Μπορούμε να επενδύσουμε στον κυβερνοπόλεμο και τα μη επανδρωμένα εναέρια/θαλάσσια/επίγεια συστήματα. Είναι μια σχετικά οικονομική λύση για να αποκτήσουμε ένα σημαντικό τεχνολογικό προβάδισμα και να εξισορροπήσουμε την αριθμητική υπεροχή της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίες που τόσο χρειάζεται η ελληνική επιστημονική κοινότητα.

Επιπροσθέτως, η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών στην πληροφορική και στην επικοινωνία θα επιτρέψει στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να διεξάγουν Στρατιωτικές Επιχειρήσεις Διαχείρισης της Πληροφορίας (Military Information Support Operations), οι οποίες αφορούν τη διαχείριση της πληροφορίας κυρίως σε στρατηγικό επίπεδο.

Πέρα από τις πέντε διαστάσεις (στεριά, θάλασσα, αέρας, Διάστημα, κυβερνοχώρος) υπάρχει πλέον άλλη μία: το «ανθρώπινο μυαλό». Η Τουρκία έχει κατορθώσει, για παράδειγμα, να ελέγξει σε μεγάλο βαθμό το πληροφοριακό πεδίο στο Αφρίν. Ο βομβαρδισμός κατοικημένων περιοχών και η προσφυγοποίηση των Κούρδων έχουν σχεδόν αγνοηθεί από τα διεθνή ΜΜΕ. Σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου, είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ελληνική πλευρά να κερδίσει τον πληροφοριακό πόλεμο· θα πρέπει να επικοινωνηθεί γρήγορα και επιτυχημένα στη διεθνή κοινότητα το μήνυμα ότι η Τουρκία είναι η επιτιθέμενη πλευρά. Και αυτό διότι είναι βέβαιο ότι η Αγκυρα θα προσπαθήσει να αποποιηθεί τις ευθύνες της.

Δίχως αμφιβολία, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις παραμένουν μια υπολογίσιμη δύναμη. Οι προσπάθειες αναδιοργάνωσης έχουν προσφέρει θετικά αποτελέσματα. Εχουμε πλέον μικρότερες και πιο ευέλικτες μονάδες. Το αμυντικό μας δόγμα, όμως, δεν εξελίσσεται και παραμένει ανησυχητικά στάσιμο. Παρά τον αποτρεπτικό του χαρακτήρα, το δόγμα πρέπει να προσαρμοστεί στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα και να αποκτήσει άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό τον σκοπό πρέπει να υιοθετηθούν αρχές όπως η ευελιξία, ο αιφνιδιασμός και η επιθετική δράση. Αν η αποτροπή αποτύχει, η Ελλάδα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να βγει χαμένη από μια αναμέτρηση. Η στρατιωτική στρατηγική μας δεν πρέπει να περιοριστεί στη λογική της Αρνησης Πρόσβασης/Απαγόρευσης Χρήσης Περιοχής (Anti-Access/Anti-Denial–A2/AD) με αντιαεροπορικά/ αντιπυραυλικά συστήματα και πυραύλους κατά πλοίων. Πρέπει να επενδύσουμε ακόμη περισσότερο σε επιθετικές δυνατότητες με την απόκτηση στρατηγικών όπλων (π.χ. βλήματα μακρού πλήγματος) και την ισχυροποίηση των ειδικών δυνάμεων.

Ολα αυτά μπορεί να φαντάζουν υπερβολικά σε ορισμένους. Είναι αλήθεια ότι για 43 συναπτά έτη η χώρα δεν έχει βιώσει το δράμα μιας πολεμικής αναμέτρησης. Παρά τις κρίσεις του 1987 και του 1996, ο πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία έχει ευτυχώς αποφευχθεί. Για να διατηρήσουμε, όμως, την ειρήνη στην περιοχή πρέπει να πάρουμε γενναίες αποφάσεις σήμερα. Aύριο, ίσως είναι αργά.

*Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College London και αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ