Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρχιεπισκοπος Ιερωνυμος
Τρόπαια και δικαστέα ύλη

Γ​​ια την ηγεσία της Εκκλησίας, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά ήταν πολυτέλεια. Ευπρόσδεκτη μεν, αλλά αχρείαστη. Ο Αρχιεπίσκοπος είχε ήδη αποσπάσει από την κυβέρνηση όχι μόνο τη διευθέτηση του θέματος κατά τις βουλές του, αλλά και ένα τρόπαιο–σουβενίρ της επιβολής του: την κεφαλή του Νίκου Φίλη.

Ως λόμπι δημοσίου δικαίου –ένας πόλος εξουσίας που μπορεί να πιέζει την Πολιτεία ένδοθεν– η Εκκλησία καταλαμβάνει πάντα όσο χώρο τής αφήνει η πολιτική. Η εμβέλειά της είχε, παρά τα δημαγωγικά εφέ, περιοριστεί την περίοδο των ταυτοτήτων – τότε που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε απορρίψει αίτημα για δημοψήφισμα και το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είχε νομολογήσει υπέρ της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους. Επί των ημερών του Ιερωνύμου συμβαίνει το αντίθετο. Η επιρροή της Εκκλησίας βρίσκεται σε σπάνια άνθηση, οφειλόμενη τόσο στις δεξιότητες του προκαθημένου όσο και στη συγκυρία.

Τη φιλοεκκλησιαστική συγκυρία δεν διαμορφώνει μόνο η φροντίδα του Μαξίμου να συντηρεί το πνεύμα αλληλοκατανόησης με την Αρχιεπισκοπή· τη συμπληρώνει και η εκλογική αγωνία –για να μην πει κανείς ο ψηφοθηρικός οίστρος– της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η πανηγυρική ανακοίνωση για την απόφαση του ΣτΕ ήταν, λένε, αντανακλαστική. Η Ν.Δ. δεν χρειάζεται πια καν να το σκεφτεί και να το μετρήσει. Την κινεί το αξίωμα «καμία ψήφος χαμένη» – ιδίως αν πρόκειται για μια υπόθεση ήδη «χαμένη».

Ετσι, σε περιβάλλον διακομματικής γονυκλισίας, μπόρεσε να επικρατήσει ο συντηρητικός πυρήνας του ΣτΕ. Ετσι μπόρεσε το οιονεί συνταγματικό δικαστήριο της χώρας να υπαγάγει στη δικαιοδοσία του την ύλη της τρίτης τάξης του Δημοτικού, αποφαινόμενο ότι «ο Ιησούς παρουσιάζεται ως Μεσσίας και ως δάσκαλος, όχι όμως ως Σωτήρας του κόσμου».

Η Εκκλησία δεν φταίει. Οι δικαστές προσφέρθηκαν να την υποκαταστήσουν.

Δημητρης Τζανακοπουλος
Καταστατικές μπροσούρες

Τ​​ι σημαίνει «απολιτική ιδεολογία»; Αν είναι ιδεολογία πώς είναι απολίτικη; Και αν είναι απολίτικη πώς είναι ιδεολογία; Ο,τι κι αν εννοούσε να καταλογίσει ο Δημήτρης Τζανακόπουλος στον Νίκο Αλιβιζάτο, ήθελε, πάντως, να ακουστεί βαρύ. Η αναθεωρητική πρόταση που ετοίμασε ο καθηγητής και υιοθέτησε το Κίνημα Αλλαγής είναι ασύμβατη με τα σχέδια της κυβέρνησης. Οχι γιατί διαφωνεί με το μενού των αναθεωρητέων διατάξεων. Αλλά γιατί δεν θέλει να χάσει το όπλο ενός αντιπερισπασμού.

Από νωρίς έχει φανεί πως ο ΣΥΡΙΖΑ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει σαν κομματική καμπάνια (και) την αναθεώρηση. Οι επιτροπές φορέων, οι λαϊκές συνελεύσεις, ο διαδραστικός κατάλογος προτεινόμενων άρθρων, διά των οποίων η κυβέρνηση έχει μεθοδεύσει το αναθεωρητικό της στρατήγημα, αντανακλά την ιδεολογικότατη και πολιτικότατη αντίληψή της για το Σύνταγμα: Το Σύνταγμα ως προκήρυξη. Το Σύνταγμα ως καταστατική μπροσούρα του κράτους.

Αντιθέτως, η «απολίτικα» λιτή λίστα του Αλιβιζάτου εστιάζει μόνο σε πέντε-έξι διατάξεις. Πίσω από την κάθε μία μπορεί να διακρίνει κανείς κι ένα νωπό θεσμικό τραύμα. Πίσω από την πρόταση για κατάργηση της ανακριτικής αρμοδιότητας της Βουλής βλέπει τα σημάδια που έχει αφήσει η πολακική διωκτική λαιμαργία. Πίσω από την πρόταση για αλλαγή του τρόπου ανάδειξης των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, βλέπει την κατατομή της ανωτάτης συνδικαλίστριας που κόλλησε στον θώκο της. Πίσω από την πρόταση για μεταρρύθμιση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας βλέπει τον αραιό ίσκιο του Φώτη Κουβέλη.

Ακόμη κι αν η Ν.Δ. υιοθετήσει την πρόταση για αναθεώρηση εκτάκτου ανάγκης, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι βέβαιο ότι θα την τορπιλίσει. Θα την απορρίψει επειδή μπορεί να έχει σχεδιάσει δημοψηφισματικά κόλπα. Αλλά κι επειδή τον οδηγεί η εγγενής του αλλεργία απέναντι σε ό,τι προέρχεται από την αντιπολίτευση.

Να, μια απολίτικη ιδεολογία: ο καθεστωτισμός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ