Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Οι ήρωες σ’ έναν τόπο εθιμικών εμφυλίων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​το μπακαλικάκι της γειτονιάς, μια ωραία ανορθογραφία που αντέχει χάρη στα εξαιρετικά προϊόντα που συνεχίζει να φέρνει από διαλεγμένα μέρη (τυριά, όσπρια, ελιές, χαλβάδες, κρασί και τσίπουρο χύμα, γιαούρτι επίσης χύμα), ένας Διάκος με κοιτάζει πάντα από ψηλά όταν πηγαίνω για προμήθειες. Ενας Αθανάσιος Διάκος. Η ζωγραφιά του μετράει δεκαετίες εκεί πάνω. Κάποτε είχε και την καλή παρέα του. Την παρέα που οι μεγαλύτεροι τη θυμόμαστε από τα σχολεία, πορτρέτα στη σειρά. Σαν εικονοστάσι το βλέπαμε τότε, ισότιμο με το εικονοστάσι του σπιτιού: Κολοκοτρώνης, Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Παπαφλέσσας, Υψηλάντης, Μαυρογένους, Μπουμπουλίνα. Τώρα στο μπακαλικάκι έχει απομείνει μονάχο του το μουστάκι του πρώτου τρανού νεκρού της Επανάστασης. Που το ’στριβε με περιφρονητική περηφάνια, όταν του πρότειναν να αλλαξοπιστήσει, όπως λέει το τραγούδι που φτιάχτηκε λίγους μήνες μετά τον θάνατό του: «Κι ο Ομέρ Βρυόνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα: / “Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις, / να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις;” / Κι εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι: / “Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες, να χαθείτε! / Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θεν’ αποθάνω».

Μεγαλώνοντας μάθαμε πως οι ήρωές μας δεν ήταν –ευτυχώς– άγιοι. Ούτε καν ο Διάκος. Κι ας τον εξαγίασε, πέρα από τη θυσία του, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στον «Αθανάση Διάκο». Μάθαμε πως είχαν τα πάθη, τις φιλοδοξίες, τις έριδες, τα όριά τους· από τον πηλό της Ιστορίας ήταν πλασμένοι, όχι της μεταφυσικής, κι αυτό ακριβώς τούς καθιστά παραδείγματα. Μάθαμε επιπλέον ότι περίπου οι μισοί απ’ όσους τιμούσαμε σαν ήρωες είχαν κηρυχθεί προδότες στη διάρκεια της Επανάστασης, ανάλογα με την τροπή των εθιμικών σε τούτο τον τόπο εμφυλίων. Και ότι δύο από τους πρωτοκορυφαίους σκοτώθηκαν από χέρι αδερφικό. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που δεν αυτοκτόνησε, αλλά τον σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια μέσα στο κελί του, στον πύργο Γουλά της Ακρόπολης, ο οπλαρχηγός Μαμούρης και η κουστωδία του, κατά διαταγή του Γιάννη Γκούρα, στις 5 Ιουνίου 1825. Και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, αυτός που «εν μέσω δεινής απορίας εφείλκυσε πλήθη πεινώντων και γυμνητευόντων και τους ωδήγησεν εις την δόξαν, ουχί θεραπεύων, αλλά χαλινών τας ορέξεις των και απαγορεύων τας καταχρήσεις των», κατά την αποτίμηση του Σπυρίδωνος Τρικούπη στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως».

Για τον Ανδρούτσο τα καθέκαστα έχουν εξακριβωθεί· η σκηνοθεσία της «αυτοκτονίας» του γρήγορα αποκαλύφθηκε, ο διασυρμός του αγωνιστή εντούτοις συνεχίστηκε επί δεκαετίες. Για τον Καραϊσκάκη, πλειοψηφεί στην ιστοριογραφία η άποψη πως ο «Γιος της Καλογριάς» σκοτώθηκε από τους Τούρκους, στις 23 Απριλίου 1827.

Εντελώς διαφορετική εικόνα παραδίδει ένας αυτόπτης μάρτυρας της μάχης του Αναλάτου, ο Κύπριος αγωνιστής Ιωάννης Σταυριανός (1804-1887), στα απομνημονεύματά του, που εκδόθηκαν το 1982 από την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, με τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία» και με την επιμέλεια της Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη. Μια άλλη αναφορά σε αδερφικό φονικό βόλι, υπαινικτική αυτή, οφείλεται στον Δημήτριο Αινιάνα (1800-1881), ιδιαίτερο γραμματέα του Καραϊσκάκη: Ο καπετάνιος ζει τις τελευταίες του στιγμές, πάνω στη γολέτα όπου τον είχαν μεταφέρει για να περιποιηθούν την πληγή του, και δίνει τη διαθήκη του στον Χριστόδουλο Χατζή Πέτρου και στον Γαρδικιώτη Γρίβα. «Λέγουν ότι εν παρόδω τρόπον τινά ανέφερεν εις αυτούς ότι επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζε τον αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμη γνωστόν εις το στρατόπεδον», σημειώνει ο Αινιάν στη «Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη», που πρωτοτυπώθηκε ανώνυμα το 1834, στη Χαλκίδα, και επανεκδόθηκε το 1903 με τη φροντίδα του Γιάννη Βλαχογιάννη. Μόνο η άκρα φιλοπατρία θα μπορούσε να πείσει τον Καραϊσκάκη να μιλήσει μόνο «εν παρόδω» για την προέλευση της σφαίρας.

Στη δική του εξιστόρηση ο Σταυριανός δεν έχει καμία αμφιβολία. Παραθέτω το απόσπασμα, προσημειώνοντας ότι δεν βρίσκω λόγο να «αμβλύνω» τώρα, από ψευτοσεμνοτυφία, ένα κείμενο που πρωτοδημοσιεύτηκε ατόφιο στην «Καθημερινή», κοντά τέσσερις δεκαετίες πριν: «Την επομένην ημέραν φθάνει ο Καλλέργης με εν σώμα Κρητών. [...]. Οι Κρήται, άμα εξελθόντες εις τον Πειραιά, εύρον εν αφθονία παντός είδους και διάφορα κρασιά και εδόθησαν εις ευθυμίαν, και κατά την μεσημβρίαν 10-15 Κρήται έρχονται εις το οχύρωμά μας και εις εκείνο των ατάκτων, και παρατηρούντες την μάνδρα, εις ην ήσαν οι Τούρκοι μας είπαν: “Είντα εδά, ο Θεός και ψυχή μου, αυτούς τους κωλοπλυμένους δεν ημπορείτε να πάρετε;” Ημείς εγελάσαμεν, διότι εγνωρίζαμεν την σημαντικότητα του οχυρώματος, και τους είπομεν: “Κοπιάσετε και του λόγου σας να δοκιμάσετε”. Αυτοί μάς είπον υπερηφάνως: “Εδά ιθα ιδήτε, μωρέ κοπέλια”, και εκίνησαν κατά την μάνδρα και κατέλαβον τινάς βουρλιάς· ήρχισαν των τουφεκισμών. Μετά τούτων ήλθον και άλλοι Κρήται και επλησίασαν την μάνδρα περισσότερον. Πληγώνεται ένας και κατόπιν άλλος. Εμείς εμέναμεν θεαταί, γελώντες διά την ματαίαν προσπάθειάν των. [...] Ο Καραΐσκος ιδών το κίνημα τούτο με πολλήν αδημονίαν, διότι δεν ήθελε να συγκροτηθή μάχη διά να πραγματοποιήση τα σχέδιά του, εφιππεύει μετά του Κακλαμάνου, υπασπιστού του, και τον παρηκολούθησαν και ολίγοι άλλοι και τρέχει προς την μάνδραν όχι διά πόλεμον, αλλά διά να οπισθοδρομήση τον στρατόν. [...] Ο Καραΐσκος διαπερνά τον στρατόν και προχωρεί πέραν της μάνδρας. Δύο ιππείς Τούρκοι ήρχοντο δρομαίως προς την μάνδραν. [...] Ο Καραΐσκος, άμα διέταξε τον υπασπιστήν του να καταδιώξη τους δύο ιππείς, έστρεψεν οπίσω απομακρυνθείς της μάνδρας ικανόν διάστημα. Τότε είδομεν εκπυρσοκρότησιν όπλου από τον ημέτερον στρατόν και ευθύς ο πυροβολήσας ανεμείχθη εις τον στρατόν. Αυτός ήτο ο επικατάρατος δολοφόνος του Καραΐσκου. Οι οφθαλμοί του συντρόφου μου εν ριπή διέτρεξαν τον δολοφόνον και τον αρχηγόν και: “Φρικτόν, με λέγει, εχάθημεν”. “Πώς, πώς” τον απαντώ. “Είδες το όπλον όπου έπεσεν πλησίον του Καραΐσκου; Εκείνος όπου έφευγεν τον εβάρεσεν”. “Τον είδα”, τον είπον, και στρέφω τους οφθαλμούς μου. Είδα τον Καραΐσκον κρατώντας τον δυο εκ δεξιών και δυο εξ αριστερών, και τον μετέφερον εις το στρατοπεδαρχείον. Ο Καραΐσκος, άμα κτυπηθείς, είπε: “Κλάστε μου τώρα τον μπούτζον”. Τούτο το ήκουσαν πολλοί, εκ τούτων ίσως ουδείς υπάρχει. Εν ακαρεί δε διεδόθη ότι ο Καραΐσκος εδολοφονήθη συνεργία του Κίτζιου Τζαβέλα και Λάμπρου Βεΐκου, αλλά το διέψευσαν αμέσως διά να μην διχονοισθή ο στρατός».

Για τη μαρτυρία των δημοτικών όσον αφορά το τέλος του Ανδρούτσου και του Καραϊσκάκη, την άλλη εβδομάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ