Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Κάθε σκύλος είναι λιοντάρι στο σπίτι του

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ο ​​​​πόλεμος έφτασε εδώ το περασμένο καλοκαίρι. Εκτοτε οι ζωές μας μοιάζει σαν να έχουν παγώσει». Η σχετικά νέα γιαγιά στο Χνούτοβε, ένα μικρό χωριό του Ντονέτσκ της ανατολικής Ουκρανίας, είναι υπεύθυνη για τα δύο εγγόνια της, τον 10χρονο Ολεγκ, ορφανό, και τον μικρότερο Γιάρικ. «Το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών» του Δανού Σίμον Λέρεν Βίλμοντ, που απέσπασε τον Χρυσό Αλέξανδρο (και δύο ακόμη βραβεία) στο πρόσφατο 20ό Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, δεν είναι μία ακόμη ταινία τεκμηρίωσης με θέμα τον πόλεμο. «Μας βυθίζει σε έναν κόσμο απ’ τον οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε», σχολίασε η διεθνής κριτική επιτροπή τη βραδιά της απονομής, επισημαίνοντας ότι αφορά παιδιά «που το μέλλον τους θα διαμορφωθεί από τον πόλεμο». Και είναι ακριβώς αυτά τα δύο στοιχεία που διαφοροποιούν το ντοκιμαντέρ του Βίλμοντ από άλλα με παρόμοια θεματολογία. Ακούμε τον πόλεμο από τις οβίδες και τους βομβαρδισμούς, βλέπουμε την κλονισμένη από τον φόβο καθημερινότητα των ανθρώπων, διαχωρίζουμε τις έννοιες «φτώχεια» και «μοναξιά» από το λεξιλόγιο των κοινωνιών που δεν ζουν σε συνθήκες πολέμου. Γιατί στο Χνούτοβε, όπως και σε άλλες εμπόλεμες ζώνες, οι ίδιες λέξεις δεν σημαίνουν τα ίδια πράγματα. Δεν αποδίδουν τα γνωστά, οικεία και χιλιοαναλυμένα, περισσότερο υπαρκτά ή υπαρξιακά. Ο Ολεγκ και ο Γιάρικ χωρίς να τρέφονται κανονικά, δεν πεινούν. Ως και σοκολάτα βρίσκουν για να αλείψουν σε ψωμί και να υποκαταστήσουν την ανάγκη για μια λιχουδιά. Ούτε ζουν μοναχικά. Παίζουν μαζί, εξερευνούν την περιοχή με ένα μεγαλύτερο αγόρι, κολυμπούν στη λίμνη, προσπαθούν να ξορκίσουν το αλάφιασμα· από στιγμή σε στιγμή μια οβίδα μπορεί να αφανίσει τα πάντα.

Στο υποτυπώδες σχολείο κάνουν μαθήματα «πολέμου». Πώς θα εκκενώσουν το κτίριο αν χρειαστεί, τι πρέπει να αποφεύγουν, πώς να προφυλάσσονται. Η γιαγιά εξομολογείται ότι τρέμουν τα χέρια της χωρίς να το θέλει και για να το κρύψει από τα παιδιά κάνει δουλειές του σπιτιού. Οταν αρρωσταίνει από την καρδιά της, η γιατρός τη συμβουλεύει: «Αν δεν υπάρχει διέξοδος, προσπαθήστε να προσαρμοστείτε στην κατάσταση»...

Στο εύλογο ερώτημα γιατί δεν εγκατέλειψαν αυτό το μέρος όταν το 2014 ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στην ουκρανική κυβέρνηση και στους φιλορώσους αυτονομιστές, η απάντηση για τη γιαγιά είναι απλή: «Είμαστε κομμάτι αυτού του μέρους. Οι ψυχές μας ρίζωσαν σε αυτό το σπίτι». Και όπως λέει και μια ουκρανική παροιμία: «Κάθε σκύλος είναι λιοντάρι στο σπίτι του».

Οι μετρημένες στα δάχτυλα, ίσως και του ενός χεριού, οικογένειες στο Χνούτοβε ζουν σαν σκιές. Ανεπαισθήτως. Δε φωνάζουν, δεν διαπληκτίζονται· δεν γελούν δυνατά. Τα αγόρια δοκιμάζουν τις ικανότητές τους στη σκοποβολή· ο Ολεγκ σκοτώνει ένα βατράχι. Η γιαγιά τον επιπλήττει. Σε μικρή απόσταση από το σπίτι τους ο πόλεμος μαίνεται. Κάπου κάπου δεν ακούγονται πυροβολισμοί, εκρήξεις, ο ήχος των αντιαεροπορικών βλημάτων. Και τότε δεν ξέρει κανείς αν υπάρχει αίσθημα ανακούφισης ή αυξάνεται η αγωνία από την απειλητική σιωπή. Το όμορφο πρόσωπο του Ολεγκ πετρώνει στιγμές στιγμές. Το βλέμμα δεν δηλώνει ηλικία. Δεν είναι ούτε μικρού παιδιού ούτε μεγάλου. Κάτι ανάμεσα· απροσδιόριστο, ανήσυχο, συγκεχυμένο. Η μόνη πραγματική χαρά, που φωτίζει το χαμόγελό του, είναι όταν η γιαγιά βάζει στον τοίχο την καινούργια ταπετσαρία, ένα δάσος. Ο Ολεγκ σχεδόν εκστασιάζεται, θέλει να ορμήσει μέσα στη ζωγραφιά.

Τα παιδιά που ενηλικιώνονται –αν προλάβουν– όπως τα δύο αγόρια στο Χνούτοβε είναι δεκάδες χιλιάδες. Και σε πολύ χειρότερες συνθήκες, μέσα σε «σφαγεία». Πώς θα είναι το μέλλον τους; Δηλαδή, τι είδους χαρακτήρα θα διαμορφώσουν; Ο κυνισμός, κυρίως η απάθεια, στην έκφραση του μεγαλύτερου, εφήβου, φίλου του Ολεγκ, είναι μια απάντηση. Αλλά όχι η μόνη. Οι πόλεμοι εγκλωβίζουν, εξαθλιώνουν, παραμορφώνουν, ορθώνουν άμυνες και ένστικτα.

Αλλά όχι μόνο. Ο Δανός σκηνοθέτης επιλέγει ως τελευταία σκηνή του ντοκιμαντέρ του τον Ολεγκ να κάθεται αγκαλιά με τη γιαγιά του και να κοιτούν από ένα μικρό ύψωμα το βάθος του ορίζοντα. «Εχει πολλά σύννεφα», λέει ο ένας. «Ναι, μάλλον θα βρέξει», διαπιστώνει ο άλλος. Ησυχα, αδιατάρακτα, σχεδόν τσεχωφικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ