ΒΙΒΛΙΟ

Μεταφορά και συναισθησία

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΣΧΟΣ
Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο
εκδ. Περισπωμένη, σελ. 105

Ο​​ι ιστορίες του Γιάννη Πάσχου είναι μια σκυταλοδρομία εικόνων, μια ακουστική και χρωματική ενορχήστρωση της γλώσσας. Κάθε ένα από τα αφηγήματα που συνθέτουν τη συλλογή του διανοίγεται προς μια ποιητική εκδοχή του κόσμου: οι εραστές υψώνουν το δωμάτιό τους πολλά μέτρα πάνω από τη στέγη του ξενοδοχείου τους, κι αυτό «σπινθηροβολεί μέσα στο θαμπό φως της αυγής, ενώ γύρω του πετούν χιλιάδες πουλιά και τα σύννεφα πλέκουν στα παράθυρα άσπρες κορδέλες»· οι μυστηριώδεις γυναίκες κρατούν με τα αεικίνητά τους δάχτυλα τον ρυθμό των αναστεναγμών ενός άγνωστου κόσμου, κόσμου μυστικού και περιφρουρημένου μέσα στις σκιές των ψηλοτάβανων σπιτιών τους· κάποιος ήρωας κολυμπά στα λόγια των ανθρώπων, ένας άλλος πλέκει πόλεις από τσιμέντο, ένας απόγονος πειρατών βάζει πλώρη για να ανακαλύψει το νησί της επιθυμίας. Είναι ιστορίες που μοιάζει να αποτυπώνουν μια συναισθησιακή σύλληψη των πραγμάτων, όπου ο ερεθισμός μιας αίσθησης προκαλεί μια άλλη, η μια εικόνα διαλύεται μέσα στη μουσική περιγραφή της, κι αυτή με τη σειρά της γεννά χρωματικούς ιριδισμούς, εκτυφλωτικές αντανακλάσεις. Ο αναβρασμός της φαντασίας μετατρέπει μια μολυβιά, σε μια αιώρα πάνω από το άπειρο. Και η διάνοια, φωταγωγημένη από τη φαντασία, ενδίδει στη νόμιμη κυριαρχία της αλληγορίας, που είναι μία από τις πιο αρχέγονες και πιο φυσικές μορφές της ποίησης.

Ο Γιάννης Πάσχος επινοεί ένα πρόσωπο, τον Δήμο, τον «Δον Ντομίνγκο» όπως τον φωνάζουν οι άνθρωποι της γειτονιάς του επειδή αγαπάει την όπερα –έναν σαλό, έναν «έξηχο» ο οποίος ενσαρκώνει την ύστατη αυταπάρνηση, την πλήρη απέκδυση του εαυτού– και σ’ αυτόν αποδίδει τις «εξωφρενικές» ιστορίες του βιβλίου του. Είναι, μας λέει, οι ιστορίες που συνήθιζε να αφηγείται ο Δήμος όπου στεκόταν, στα καφενεία και στα μαγαζιά, κι άλλες ακόμη, ανεξιστόρητες, που κληροδότησε στους ανθρώπους της γειτονιάς μετά τον θάνατό του, μαζί με τις φωτογραφίες τους, σκηνοθετημένες όπως κανείς δεν θα τολμούσε να τις παρουσιάσει. Είναι ιστορίες που «απάλυναν τις ψυχές των ανθρώπων και τις γέμισαν με τον μύθο, το παιχνίδι και την αστείρευτη επιθυμία για ανατροπή». Ο αφηγητής παραβαίνει συνεχώς την κυριολεξία, όχι όμως για να πλαστογραφήσει την πραγματικότητα, αλλά για να τη διαπλατύνει, να συλλάβει τις φαντασμαγορικές της μεταλλάξεις, να αποτυπώσει τη διασάλευση των αναλογιών του χρόνου από το πλήθος και την ένταση των αισθήσεων και των ιδεών – και καταφεύγει στη μεταφορά επειδή, έχει έναν άλλο, πολύ διαφορετικό τρόπο, να βλέπει (και να αισθάνεται) τα πράγματα. Οσο για τις λέξεις, όπως είχε γράψει ο Κωστής Παπαγιώργης στα «Λάδια ξίδια» του, αυτές αναμφίβολα κατονομάζουν, χαρακτηρίζουν, περιγράφουν, αλλά ουδέποτε κατοπτρίζουν: εκτός κι αν δεν τις διαβάζει κανείς απλώς, δεν τις ακούει, αλλά τις βλέπει, τις γεύεται και τις μυρίζει.

«Το μεγαλύτερο μαρτύριό μου ήταν όταν άρχισα να βλέπω. Οταν άρχισα να βλέπω τα λόγια των ανθρώπων. Τα λόγια σταμάτησα να τα ακούω και άρχισα να τα βλέπω. [...] Εβλεπα την απότομη μεταμόρφωσή τους από φρικιαστικά δηλητηριώδη στόματα με γλώσσες φιδιών σε υπέροχα, αρωματικά άνθη που σε προκαλούσαν να υποκλιθείς μπροστά στην εξωπραγματική ομορφιά, σε μάγευαν, λαχταρούσες να τα αγγίξεις, να ρουφήξεις τα αρώματά τους και μετά, απότομα, να μεταμορφώνονται ξανά σε φρικιαστικές, δηλητηριώδεις παγίδες». Εδώ ο συγγραφέας γίνεται ηθικός, θυμίζοντας τον Γάλλο κριτικό Σεν Μπεβ, ενώ παραμένει απαράγραπτα αισθητικός.

Οσο για τις δικές του λέξεις, αυτές ο Γιάννης Πάσχος τις κανακεύει, τις κανοναρχεί αλλά και τις παραβιάζει, σε μια ιλιγγιώδη κούρσα παραγωγής εικόνων που πηδαλιουχούν την αφήγηση. Το συγγραφικό πνεύμα ανοίγεται στις απεριόριστες εκτάσεις της αφηγηματικής επιθυμίας και ομολογεί τα πάθη του με μια κίνηση μουσική που διεισδύει στην αναγνωστική συνείδηση και την αναστατώνει· το συγγραφικό μάτι μεταμορφώνει τα πάντα, δωρίζοντας στο κάθε τι το συμπλήρωμα της ομορφιάς που του λείπει ώστε να γίνει πραγματικά άξιο να σαγηνεύσει. Ενα ποιητικό βιβλίο κρυμμένο μέσα στο κέλυφος της πεζογραφίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ