ΒΙΒΛΙΟ

Ο ανθρωπιστής Νικηφόρος Βρεττάκος

Π. Δ. ΜΑΣΤΡΟΔΗΜΗΤΡΗΣ*

Στο περίφημο «Greco» της Ρώμης με τον φακό του σπουδαίου Ιταλού ερευνητή Μάριο Βίτι. Από το φωτογραφικό λεύκωμα «Νικηφόρος Βρεττάκος. Στης μνήμης το διάστημα».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου (1912-1991) αποτελεί πράξη διαρκούς σύνθεσης και συμφιλίωσης, κοινωνικής αγωνίας, λυρικής πρόσληψης του κόσμου και μεταφυσικού καθαγιασμού της ζωής – με ενοποιητικό κέντρο την απεριόριστη αγάπη για τον άνθρωπο και για το σύνολο των όντων. Ολα τα θεμελιώδη προβλήματα και οράματα διεξόδου που έχουν διεγείρει τη συνείδησή του, όπως η εφιαλτική διείσδυση του κακού στην κοινωνία και η δίψα της δικαιοσύνης, το υπαρξιακό κενό και η αναζήτηση υποστασιακής πληρότητας, η αποκοπή του ανθρώπου από τη φύση και η ανασύνδεσή του με αυτήν, υπάγονται σε έναν μείζονα οικουμενικό ανθρωπισμό και μορφοποιούνται με μια αβίαστη αρμονία ποιητικού λόγου, από όπου λείπει κάθε τεχνητή «πίεση» επί της γλώσσας και καλλιτεχνική εκζήτηση.

Επιπλέον, ακριβώς επειδή ο Βρεττάκος κινήθηκε εξαρχής με μια εξακτίνωση του ενδιαφέροντος και της στοργής του προς κάθε κατεύθυνση, η εξέλιξη της ποίησής του δεν είναι γραμμική και αιφνιδιαστική, αλλά «κυκλικά» ανοδική και κατακτά την ωριμότητα όχι τόσο με τις ερεθιστικές εκπλήξεις όσο με την εμβάθυνση στη μεγαλειωδώς ουσιώδη απλότητα1.

Με την πρώτη συλλογή του («Κάτω από σκιές και φώτα», 1929) ο Βρεττάκος βιώνει την απαισιοδοξία της εποχής, αλλά γίνεται ήδη φανερό ότι δεν θέλει να συμβιβαστεί με αυτήν, αντίσταση που αποδεικνύεται ισχυρότερα στη λυρική και μυθοποιητική σύνθεση «Το Ταξίδι του Αρχαγγέλου» (1938), παρά τις τραγικές διαπιστώσεις που αυτή εμπεριέχει. Η ένταση των δραματικών εμπειριών κατά τη δεκαετία του 1940 συμβαδίζει με την πεισματική ένταση της πίστης στη ριζική αγαθότητα του ανθρώπου και την αναζήτηση, μέσα στην ιερότητα του κόσμου της φύσης και της ψυχής, των δυνάμεων που αντιμάχονται την απανθρωπία και μπορούν να οδηγήσουν σε μια αγαπητική ανακαίνιση της πραγματικότητας.

Από τη συλλογή «Το βάθος του Κόσμου» (1961) και τη συνάρθρωση των ολιγόστιχων πυκνών ποιημάτων της αναδύεται ένα σύστημα απόλυτα θετικής ανθρωπολογίας, που ταυτίζει το κορυφαίο εξωτερικό αγαθό (ήλιος) με το κορυφαίο εσωτερικό (ψυχή). Το «σύστημα» αναπτύσσεται στα επόμενα έργα και έρχεται αντιμέτωπο με τη φθορά και τις δυσαρμονίες του πεπερασμένου ιστορικού παρελθόντος και παρόντος, αφομοιώνοντας και υπερβαίνοντας την πικρία, όσο έντονη και αν είναι αυτή. Και, με μια περαιτέρω διεύρυνση («Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη», 1981), ο ποιητής συνθέτει πια μια εμπράγματη μεταφυσική του πολιτισμού και του αγαθού γενικά.

Παρακολουθώντας αυτή τη ροπή προς το θείο, που εκδηλώνεται από πολύ νωρίς στο έργο του Βρεττάκου, δεν είναι βέβαιο ότι μπορούμε να μιλήσουμε για μια κατάληξη στη χριστιανική πίστη, με την έννοια της οντολογικής πεποίθησης. Το βέβαιο είναι ότι η επιδίωξη της μέγιστης δυνατής ανθρώπινης ποιότητας και ο απόλυτος σεβασμός του προς κάθε υψηλό αίτημα της ανθρώπινης ψυχής τού υπαγορεύουν να αφήσει ανοικτή και την οδό μιας τέτοιας έσχατης «απορίας». Η μεταφυσική του δεν είναι θεολογικά «δεδομένη» (εκ των άνω προς τα κάτω), αλλά ανθρωπιστικά ευρετική (εκ των κάτω προς τα άνω), αρχίζοντας από την αναγνώριση της ιερότητας του ελαχίστου και της δυνατότητάς του να συμβολίζει ή και να συγκεφαλαιώνει το μέγιστο, θέση που αποτυπώνεται ποιητικά στη «Φιλοσοφία των Λουλουδιών» (1988).

Πυρήνας αγνότητας

Τα στοιχεία και οι μορφές της φύσης ειδικά απασχόλησαν την ποίηση του Βρεττάκου είτε με ένα «απευθείας» ενδιαφέρον για την υπαρκτική ιερότητα και την αισθητική αρτιότητά τους είτε ως σύμβολα του σταθερού ανθρωπισμού του – και τις περισσότερες φορές με μια οργανική συγχώνευση των δύο αυτών λειτουργιών τους. Η πεποίθησή του ότι στο βάθος της ανθρώπινης συνείδησης εδρεύει ένας ακατάλυτος πυρήνας αγνότητας, που τελικά διαπερνά πάντα με μια δέσμη φωτός το «ενδιάμεσο» και σκοτεινό κακό, βρίσκει στη συλλογή αυτή την έκφρασή της μέσα από έναν ανθρωπομορφισμό των λουλουδιών, δηλαδή μιας εκδήλωσης του φυσικού κόσμου που είναι ταυτόχρονα η υλικά ασθενέστερη και η αισθητικά-«ηθικά» ισχυρότερη.

Με τη μέθοδο της επιγραμματικής σύνθεσης, που αντιστοιχεί στην ποιοτική περιεκτικότητα και στο ευσύνοπτο του συγκεκριμένου συμβόλου, αποκρυσταλλώνονται στα ποιήματα αυτά όλες σχεδόν οι «κοσμολογικές», κοινωνικές και ψυχικές αξίες που στήριξαν τον ποιητή και έδωσαν υπόσταση στο λογοτεχνικό έργο του, προηγμένες και εδώ σε μια πνευματικότητα που δεν προτάσσει το αφηρημένο αλλά «δοξολογεί» το συγκεκριμένο. Κυριαρχούν και πάλι στη γνωστή αμφίδρομη κλίμακα του ποιητή ο καθαγιασμός του ελαχίστου και ο εξανθρωπισμός του μεγίστου. Με την ηθική πυκνότητά της η συλλογή ανακεφαλαιώνει την πίστη του Βρεττάκου ότι το «ανώτερο κοινωνικό ήθος» θεμελιώνεται, περισσότερο από όσο στο ψυχρό ιδεολογικό και οργανωτικό σύστημα, σε έναν «καθαρμό του ιερού τόπου της ύπαρξης από τα σαπρόφυτα της ζωής»· ακόμη, με τη μορφολογική της πυκνότητα, ανακεφαλαιώνει τις δομικές και εκφραστικές δυνατότητες της ποίησής του.

Η ανθρωπιστική και κοσμολογική οπτική του αποτυπώνονται στο δοκιμιακό κείμενο –και ταυτόχρονα αυτοβιογραφικό χρονικό– Οδύνη (1995, α΄ έκδ. 1969), που αποτελεί ένα θεμελιώδες υπόμνημα στο ποιητικό έργο του Βρεττάκου, καθώς συγκεφαλαιώνει τις υπαρξιακές και κοινωνικές εμπειρίες, τη συμπερασματική κοσμολογία και ανθρωπολογία και τις αντίστοιχες ηθικές προτάσεις του, που προσδιόρισαν την πορεία του βίου του και μετασχηματίστηκαν σε ποιητική πράξη.

(1) Βλέπε και Π.Δ. Μαστροδημήτρης, «Η παναρμόνια γλώσσα του Νικηφόρου Βρεττάκου» στον τόμο του ιδίου: Προοπτικές και Προσεγγίσεις. Μελέτες νεοελληνικής φιλολογίας, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1991, σελ. 141-174 = Μνήμη του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου (1912-1991), Επιμέλεια
Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1993, σελ. 41-66.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ