ΜΟΥΣΙΚΗ

Επικοινωνιακές συναυλίες με χαρισματικό μαέστρο

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η Κάτια Μπουνιατισβίλι ερμήνευσε το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ (φωτογραφία: Χ. Ακριβιάδης).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Δύο καλά προετοιμασμένα, ενδιαφέροντα προγράμματα παρουσίασε η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας στις 7 και 8 Μαρτίου στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Μονάχα η αρχή της πρώτης βραδιάς υπήρξε μάλλον αδιάφορη, καθώς ο Μίκο Φρανκ, ο χαρισματικός Φινλανδός μουσικός διευθυντής του συνόλου, επέλεξε να παρουσιάσει τη Συμφωνία σε σι ελάσσονα που ο Κλοντ Ντεμπισί συνέθεσε σε ηλικία 18 ετών.

Το έργο, σε ένα μόνο μέρος, είχε δωρίσει ο Γάλλος συνθέτης στη Ναντέζντα φον Μεκ, προστάτιδα του Τσαϊκόφσκι για την οποία εργαζόταν ως πιανίστας. Το χειρόγραφο, σε μορφή για πιάνο - τέσσερα χέρια, φυλασσόταν μέχρι το 1933 σε ρωσικά αρχεία. Ενορχηστρώθηκε πολύ αργότερα από τον Αμερικανό Τόνι Φίνο, γεννημένο το 1952, και ηχογραφήθηκε το 2011. Συμβατική νεανική σύνθεση, επηρεασμένη εξίσου από τη μουσική του Τσαϊκόφσκι όσο και από αυτήν του Σεζάρ Φρανκ, δεν θα ενδιέφερε σήμερα, εάν δεν προερχόταν από την πένα ενός συνθέτη ο οποίος μελλοντικά θα ξεχώριζε για τον καινοτόμο δρόμο, τον οποίο θα ακολουθούσε. Συνεπώς, η ακρόαση είχε περισσότερο ενδιαφέρον για τα όσα ο Ντεμπισί άφησε συνειδητά πίσω του.

Ορχήστρα και αρχιμουσικός φανέρωσαν τις ικανότητές τους στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ερμηνεύοντας την 3η Συμφωνία του Ζαν Σιμπέλιους, έργο τελείως διαφορετικής ποιότητας και ενδιαφέροντος. Η αισιόδοξη, φωτεινή παρτιτούρα, πολύ πιο λιτή και «κλασική» σε σχέση με τις πρώτες δύο συμφωνίες του Φινλανδού συνθέτη, δόθηκε με συντονισμένο, γεμάτο ήχο και μεγάλο ενθουσιασμό σε ότι αφορά την έκφραση. Η ορχήστρα φάνηκε να διαθέτει ευρύτατο φάσμα δυναμικής και ο Μίκο Φρανκ το αξιοποίησε στο έπακρο.

Υπερβολική ταχύτητα

Η προτίμηση του αρχιμουσικού ιδιαίτερα στις μεγάλες εντάσεις δεν ευνόησαν ιδιαίτερα το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ, που ακούστηκε κατά την πρώτη βραδιά. Σολίστ ήταν η εντυπωσιακής εμφάνισης Γεωργιανή πιανίστρια Κάτια Μπουνιατισβίλι, την οποία η Αθήνα είχε να ακούσει από τις 14 Δεκεμβρίου 2011 («Κ» 7.1.2012).

Οπως τότε, έτσι και αυτή τη φορά βασικό χαρακτηριστικό των ερμηνειών της ήταν η πολύ μεγάλη ταχύτητα. Ειδικά στο πρώτο μέρος του Κοντσέρτου δεν ήταν λίγες οι φορές που η πιανίστρια κινήθηκε σημαντικά ταχύτερα από την ορχήστρα, με αποτέλεσμα αρκετές φράσεις να καταλήγουν ως πρωθύστερα διατυπωμένος χείμαρρος από νότες, καθαρές και ευκρινείς μεν, αλλά στριμωγμένες όλες μαζί, χωρίς μορφή και νόημα.

Η υπερβολική ταχύτητα της Μπουνιατισβίλι, σε συνδυασμό με τη δυνατή ένταση στην οποία επέμενε ο Μίκο Φρανκ, δεν επέτρεψε στον ήχο του πιάνου να αναπτυχθεί, να αποκτήσει το μέγεθος που απαιτεί η γραφή του Ραχμάνινοφ, προκειμένου το σολιστικό όργανο να σταθεί με ίσους όρους πλάι στην ορχήστρα. Ετσι, η μεγαλοπρέπεια και η γενναιοδωρία της μουσικής προέκυπταν κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ο αρχιμουσικός διαμόρφωνε το υλικό, δίνοντας ιδιαίτερα στις πλατιές μελωδικές φράσεις παλμό και μέγεθος, χωρίς να καταφεύγει σε στόμφο ή γλυκερότητες.

Στο δεύτερο μέρος του Κοντσέρτου η ισορροπία ανάμεσα σε σολίστ και ορχήστρα υπήρξε επιτυχέστερη, αφού εκ των πραγμάτων η Μπουνιατισβίλι ασχολήθηκε περισσότερο με τη διαμόρφωση των φράσεων και τον διάλογο με το κλαρινέτο.

Λαζαρίδης σε Ραβέλ

Η εικόνα ήταν αρκετά διαφορετική στο Κοντσέρτο της δεύτερης βραδιάς, καθώς σολίστ στο Κοντσέρτο «για το αριστερό χέρι» του Ραβέλ ήταν ο Γιώργος Εμμανουήλ Λαζαρίδης. Παρότι ο Μίκο Φρανκ δεν απέφυγε και πάλι τις μεγάλες εντάσεις, η τελείως διαφορετική ποιότητα παιξίματος του Ελληνα πιανίστα επέτρεψε κατ’ αρχάς διαφορετική ισορροπία ανάμεσα στο σολιστικό όργανο και στην ορχήστρα. Το πιάνο αναδείχθηκε ισότιμος συνομιλητής, σε διάλογο με το σύνολο. Παρ’ όλα αυτά, η πρωτοβουλία σε ό,τι αφορά θέματα έκφρασης παρέμεινε στην ορχήστρα, καθώς ο Λαζαρίδης φάνηκε ερμηνευτικά συγκρατημένος ακόμα και στα εδάφια επηρεασμένα από την τζαζ, τα οποία άντεχαν μεγαλύτερη πλαστικότητα.

Για τη δεύτερη βραδιά ο Φινλανδός αρχιμουσικός επέλεξε δύο ιδιαίτερα «εξωστρεφείς» συμφωνικές σελίδες, την εισαγωγή από την όπερα «Βεατρίκη και Βενέδικτος» του Μπερλιόζ και την άλλοτε δημοφιλέστατη Συμφωνία σε ρε ελάσσονα του Σεζάρ Φρανκ. Ανταποκρινόμενος στον χαρακτήρα της μουσικής, προχώρησε σε ερμηνείες έντονα δυναμικές και θεατρικές. Κρατώντας σφιχτά υπό τον έλεγχό του την ορχήστρα, ο Φινλανδός αρχιμουσικός διέπλασε τις μουσικές φράσεις μέσα από τον διαρκή αναπροσδιορισμό των χρονικών διαρκειών και της δυναμικής, με αποτέλεσμα χαρακτηριστική γενναιοδωρία και παλμό, ο οποίος αναδείκνυε τα μουσικά θέματα.

Ειδικά στη Συμφωνία του Σεζάρ Φρανκ, ο Μίκο Φρανκ ισορρόπησε το κυρίαρχο ελκυστικό μελωδικό θέμα κάθε μέρους, που επαναλαμβάνεται με σχεδόν εμμονικό τρόπο, με την πληθωρική ενορχήστρωση, επηρεασμένη από την αισθητική και τις αξίες Γερμανών συμφωνιστών της εποχής. Αρωγοί στην ερμηνεία του υπήρξαν μουσικοί σε μεμονωμένα όργανα, όπως το αγγλικό κόρνο, το κλαρινέτο αλλά και τα κόρνα, οι οποίοι απέδωσαν τα σολιστικά μέρη τους υποδειγματικά. Το αποτέλεσμα υπήρξε μεθυστικό και οδήγησε δίκαια στην επιτυχημένη κατάληξη της συναυλίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ