Η ΕΡΩΤΗΣΗ

«Πότε θα ξυριστείς, Γιωργάκη;»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

Συναντηθήκαμε στο εστιατόριο, στον πέμπτο όροφο του κτιρίου όπου εργαζόμαστε. Εγώ μόλις είχα πάρει τον δίσκο με το φαγητό μου και ο κύριος Μπάμπης βρισκόταν ακριβώς μπροστά μου. Γύρισε και με κοίταξε. «Χαίρεται», είπα, όπως συνηθίζεται σε αυτούς τους ελάχιστα περιεκτικούς καθημερινούς διαλόγους. Με κοίταξε και χαμογέλασε. «Τώρα εσύ νομίζεις ότι είσαι ωραίος;» είπε. Έτσι απλά. «Καλή ημέρα και σ’ εσάς», απάντησα.

Είχαν περάσει μόλις δύο ή τρεις μήνες από την ημέρα που είχα ξυριστεί για τελευταία φορά και στο πρόσωπό μου ήδη είχε σχηματιστεί μια περιποιημένη γενιάδα-Άννα Παναγιωταρέα: κατάμαυρη παντού με μια λευκή τούφα στο πιγούνι, για να θυμίζει ότι έχω υπερβεί τα 40. Ο κύριος Μπάμπης, με τον οποίο ελάχιστες φορές η σχέση μας έχει ξεπεράσει τα απολύτως τυπικά (κι από ό,τι φαίνεται εκεί θα μείνει), ήταν ένας από τους πολλούς, όπως αποδείχθηκε, ανθρώπους που για κάποιον ακατανόητο λόγο θέλησε να μοιραστεί μαζί μου τη γνώμη του για τη φάτσα μου, τη δική μου φάτσα.

Σε αυτόν τον έναν χρόνο που είχα γένια, άκουσα πολλά. Τα χειρότερα –και τα περισσότερα– από γυναίκες. Ένα από τα πιο χαριτωμένα συνέβη περίπου στα μισά της τριχωτής μου διαδρομής, σε ένα διάλειμμα για τσιγάρο. Κουβέντιαζα με συναδέλφους του ΣΚΑΪ, όταν μια κοπέλα, την οποία έβλεπα πολλά χρόνια αλλά γνώριζα ελάχιστα, «έκοψε» την κουβέντα με έναν παράξενο τόνο στη φωνή. «Ξέρεις, όλο αυτό», είπε σχηματίζοντας με τα δάχτυλά της ένα χωνί και κάνοντας μια μικρή κυκλική κίνηση, περίπου όπως ο Γιώργος Κωνσταντίνου προσπαθούσε να περιγράψει το προφιτερόλ (αλλά ανάποδα), «έχει περάσει». «Δεν το περίμενα να έρθει, για να με απασχολεί αν πέρασε», απάντησα χαμογελαστά. «Δηλαδή εσύ τώρα τι θέλεις να δηλώσεις με όλο αυτό;» επέμεινε με έναν ειρωνικό τόνο. Εκεί σου τελειώνουν τα επιχειρήματα. Και πιστέψτε με, δεν θέλετε να σας μιλήσω για το συγγενικό μου περιβάλλον (όπως τον αγαπημένο μου θείο, που σχολίαζε «πότε θα ξυριστείς, Γιωργάκη» σε κάθε status που έγραφα στο facebook, από τους δασικούς χάρτες μέχρι τα λύματα στην Ανατολική Αττική).

Η αλήθεια είναι πως τα γένια λειτουργούν σαν ένα μικρό κοινωνικό πείραμα. Κάτι συμβαίνει κι ο κόσμος νιώθει την ακατανίκητη ανάγκη να μοιραστεί μαζί σου τη γνώμη του, όποια κι αν είναι αυτή. Φυσικά, χωρίς να τη ζητήσεις. «Ξυρίσου, επιτέλους». «Θα τα κρατήσεις πολύ ακόμα;». «Σε γερνάνε, ρε παιδί μου». «Η γυναίκα σου τι λέει;». Ή, στη χειρότερη περίπτωση: «Κάνε κάτι», «Πώς είσαι έτσι;». Το καλύτερο είναι ότι το «πώς είσαι έτσι» το έλεγε πάντα γυναίκα (μια κοινωνική παραδοξότητα, γιατί αν πεις σε μια γυναίκα «πώς είσαι έτσι;» σε μια αλλαγή εμφάνισης, πιθανότατα θα είναι η τελευταία φορά που μιλάτε). 

Όχι ότι οι άντρες του κτιρίου δεν ήθελαν να μοιραστούν κι αυτοί τη γνώμη τους. Παπάς, τζιχαντιστής, Βελουχιώτης, Παπαφλέσσας ήταν μερικές από τις συνηθέστερες «χαριτωμενιές». Υπήρχαν όμως κι αυτοί που σχεδόν ένοχα με ρωτούσαν: «Πόσο καιρό το έχεις;» ή «Του βάζεις τίποτα προϊόντα;». Κάποιοι μάλιστα μου εξομολογούνταν τον «καημό» τους. «Πολύ θα ήθελα να αφήσω κι εγώ, αλλά 20 χρόνια αξύριστος να μείνω, δεν θα κάνω τέτοια γένια». Εκεί η τριχοφυΐα Νικ Γκάλης έγινε για πρώτη φορά στη ζωή μου πλεονέκτημα.

Αποφάσισα να ξυριστώ λίγο μετά τις γιορτές. Έτσι, χωρίς πολλή σκέψη και σίγουρα όχι επειδή βαρέθηκα τα σχόλια. Το μόνο που θα μου λείψει από αυτόν τον χρόνο ήταν αυτά τα χιπστεράδικα μπαρμπέρικα, που μέσα στην υπερβολή τους προσέφεραν ένα «αντρικό» καταφύγιο. Ο μόνος που δεν με έχει δει ξυρισμένο ακόμα είναι ο κουρέας μου.        ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ