«Ανακαινίζoυν το κόκκινο σπίτι!» «Λες να το βάψουν ασπρόμαυρο;» Οι πιτσιρικάδες που αναζητούσαν την μπουτίκ της ασπρόμαυρης ομάδας τους αστειεύονταν μπροστά στην κλειστή είσοδο ενός από τα πιο εμβληματικά κτίρια της Θεσσαλονίκης. Αποκαλούσαν το διατηρητέο «Κόκκινο σπίτι» και ανέφεραν τον ιδιοκτήτη του, μολονότι τίποτε από αυτά δεν αναγράφεται στην εργολαβική πινακίδα που τοποθετήθηκε στα τέλη του περασμένου καλοκαιριού.

Ποιος δεν γνωρίζει, άλλωστε, το «Κόκκινο σπίτι» και τον νέο ιδιοκτήτη του; Εδώ και τρία χρόνια (2014) «έσκασε» η είδηση ότι αγοράστηκε από τον Ιβάν Σαββίδη. Κριτήρια αυτής της επένδυσης, λένε, ήταν τόσο η θέση του απέναντι από τον ναό της Αγίας Σοφίας όσο και το μνημείο του ποντιακού ελληνισμού στην πλατεία, που συγκίνησαν βαθύτατα τον ομογενή επιχειρηματία. Ένα τρίτο κριτήριο είναι ότι η ημερομηνία ανέγερσης του κτιρίου συμπίπτει με τη χρονιά ίδρυσης του ΠΑΟΚ, το 1926. 

 


Ένα από τα προνομιούχα γωνιακά δωμάτια διαμερίσματος του πρώτου ορόφου προσφέρει μοναδική θέα στην πλατεία Αγίας Σοφίας.

 

Το τρίτο «διατηρητέο» Σαββίδη

Στον μεγαλοεπιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη ανήκουν άλλα δύο διατηρητέα, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή αρχιτεκτονική μορφολογία. Πρόκειται για τη βίλα Αχμέτ Καπαντζή-πρώην κτίριο ΝΑΤΟ, μετέπειτα Πολιτιστικής Πρωτεύουσας (σχέδια Πιέρο Αρριγκόνι) στη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, που ο ισχυρός άνδρας του ΠΑΟΚ φέρεται να χρησιμοποιεί και ως οικία του όταν βρίσκεται στην πόλη, και η βίλα Ζαρντινίδη (βίλα Μορπούργο, 1906, σχέδια Βιταλιάνο Ποζέλι) στο Ντεπό. Το «Κόκκινο σπίτι» θα στεγάσει τα γραφεία της εταιρείας Atlantis Pak Propetries B.V. στους ορόφους και καταστήματα στο ισόγειο.

Οι γνωστοί κλωστοϋφαντουργοί της Νάουσας, το ζεύγος Ιωάννης Κωνσταντίνου Λόγγου και Θωμαή Καραμπέρη, επέλεξαν το οικόπεδο πριν από 94 χρόνια, το 1923, ως φιλέτο, στο πιο νευραλγικό σημείο της πόλης. Η τριώροφη οικοδομή που έχτισαν για να στεγάσουν την οικία τους στον τρίτο όροφο, τα καταστήματα της οικογενειακής επιχείρησης στο ισόγειο και διαμερίσματα για εκμετάλλευση στον πρώτο και στον δεύτερο όροφο δεν συνδέθηκε με ιστορικά γεγονότα. Ήταν όμως «παρούσα» στις σημαντικότερες στιγμές της πόλης, που διαδραματίστηκαν τον περασμένο αιώνα. Είναι το πιο φωτογραφημένο κτίριο της πόλης, έστω και ακούσια. 

«Η αίγλη του είναι η θέση του. Η ανεμπόδιστη θέα του. Ο χώρος το κάνει ιστορικό. Είναι ένα τοπόσημο της Θεσσαλονίκης. Ξεχωρίζει από την ασυνήθιστη τυπολογία των όψεων, μια τυπολογία που δεν επαναλαμβάνεται στην πόλη, το πομπώδες ύφος του και τον διακοσμητικό του πλούτο, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Ο ζωγραφικός και γλυπτικός διάκοσμος στους ορόφους, στην είσοδο και στο κλιμακοστάσιο είναι μοναδικός», επισημαίνουν στο «Κ» οι αρχιτέκτονες Γιώργος Παυλίδης και Βασιλική Μάσεν, μελετητές και επιβλέποντες του έργου μαζί με την Π. Σαρβάνη. Το Μέγαρο Λόγγου, δείγμα εκλεκτικισμού της όψιμης περιόδου, με ασαφείς αναφορές σε βυζαντινίζοντα πρότυπα, κατασκευάστηκε την περίοδο της ανοικοδόμησης της Θεσσαλονίκης, μετά την πυρκαγιά (1926-1928), από την εταιρεία «Ανώνυμος Οικοδομική Νέων Χωρών». Μολονότι η υπογραφή του αρχιτέκτονα του κτιρίου δεν εμφανίζεται πουθενά, ο μελετητής της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, καθηγητής Βασίλης Κολώνας, το αποδίδει στον Ιταλό Λ. Τζενάρι.

 «Η σωζόμενη αρχιτεκτονική μελέτη των όψεων διαφοροποιείται από το υλοποιημένο έργο», επισημαίνει η κ. Μάσεν. «Υποθέτουμε ότι ορισμένες επιλογές αποτέλεσαν προσωπικές επιθυμίες του ιδιοκτήτη και αυτοσχεδιασμούς του κατασκευαστή. Φαίνεται πως η πρόθεση των Ναουσαίων βιομηχάνων ήταν να αναδείξουν έναν φορμαλιστικό πλουραλισμό ως τεκμήριο προβολής και επίδειξης για την κοινωνική ανέλιξη –όπως πολλοί Μακεδόνες έμποροι– στην αστική τάξη της Θεσσαλονίκης την περίοδο του Μεσοπολέμου. «Αυτό που προτάσσεται ωστόσο στην πλατεία», παρατηρεί η κ. Μάσεν, «υπόσχεται ένα μεγαλειώδες εσωτερικό, μια ευρυχωρία και μια διαρρύθμιση που θα αντανακλούσε ενοίκους υψηλού στάτους. Με εξαίρεση το ευρύχωρο οροφοδιαμέρισμα των ιδιοκτητών στον τρίτο όροφο, τα τέσσερα διαμερίσματα των δύο πρώτων ορόφων, πέρα από τη θέα προς την πλατεία και τον καλλιτεχνικό τους διάκοσμο, δεν δίνουν την αίσθηση της άνεσης».

 


Ο γλυπτικός γύψινος διάκοσμος νεοκλασικού ύφους (παραπέμπει στον 19ο αιώνα) στους ορόφους, στην είσοδο και στο κλιμακοστάσιο (εδώ το κεντρικό) του σπιτιού είναι μοναδικός.

 

Το τούβλο που δεν είναι τούβλο

Το Μέγαρο Λόγγου ασφαλώς και αποτελεί κόσμημα λόγω της μοναδικότητάς του, λένε οι αρχιτέκτονες. Το χαρακτηριστικό του είναι τα υλικά και ο πρωτοποριακός για την εποχή του τρόπος δόμησης, με χρήση οπλισμένου σκυροδέματος. Το κόκκινο συμπαγές τούβλο που φαίνεται στις όψεις του δεν είναι τούβλο, διευκρινίζει ο κ. Παυλίδης, αλλά ένα σταμπωτό επίχρισμα, δηλαδή κονίαμα, και τα υπόλευκα διακοσμητικά του στοιχεία, αν και δείχνουν πέτρινα, είναι καλούπια ή τραβηχτά επιχρίσματα (τραβηχτοί σοβάδες). «Την εποχή εκείνη ο ανθρώπινος κόπος κόστιζε λιγότερο από τα υλικά. Η χρήση τούβλου και πέτρας αφενός θα άλλαζε όλο το στατικό σύστημα του φορτίου, αφετέρου η κατασκευή του θα στοίχιζε περισσότερο», εκτιμά ο κ. Παυλίδης. «Απαιτούσε ωστόσο μεγάλη μαστοριά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για έναν επιδέξιο χτίστη, ο οποίος δούλεψε με μεγάλη επιμέλεια για να καταφέρει την απομίμηση του τούβλου και της πέτρας σε πολλά σημεία με τα τραβηχτά κονιάματα στα κορδόνια, στα γείσα, στις διακοσμητικές ταινίες».

Τις οροφές των εσωτερικών χώρων στολίζουν αρ νουβό ζωγραφιές με γεωμετρικά κυρίως και στυλιζαρισμένα μοτίβα της Secession της Αυστρίας, αλλά και νατουραλιστικά θέματα που απηχούν κλασικιστικές επιρροές. Στον τρίτο όροφο, στο κλιμακοστάσιο και στην είσοδο κυριαρχούν περίτεχνα
διακοσμητικά γύψινα ανάγλυφα, όπου τα λογχόμορφα φύλλα εναλλάσσονται με γεωμετρικά κοσμήματα. 

Η ιδιόμορφη τυπολογία και η μορφολογία των όψεων, αλλά και ο καλλιτεχνικός εσωτερικός διάκοσμος, οδήγησαν τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού να κηρύξουν το Μέγαρο Λόγγου ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (1983), που σημαίνει απόλυτη προστασία. Για τον λόγο αυτόν το έργο ήταν περίπλοκο. Οι εργασίες ξεκίνησαν τον περασμένο Σεπτέμβριο με τις ενισχύσεις του στατικού φορέα και τις ζωγραφισμένες οροφές του. Εξειδικευμένοι συντηρητές έργων τέχνης, υπό την εποπτεία των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων, αποκαλύπτουν σταδιακά τον πολύχρωμο διάκοσμο. 

Σχεδόν όλες οι οροφογραφίες ήταν καλυμμένες με υδροχρώματα, αναφέρει η κ. Μάσεν. Προφανώς οι ένοικοί του κουράστηκαν να τις συντηρούν και τις έβαψαν. Το κτίριο, αν και δεν ανακαινίστηκε ποτέ και η συντήρησή του ήταν προφανώς οικονομικά δυσβάσταχτη, δεν φέρει σοβαρά προβλήματα. Σύγχρονα καταστήματα στο ισόγειο έδιναν μέχρι πρόσφατα ζωή στο κτίριο. Ωστόσο, η εγκατάλειψη στους ορόφους του ήταν εμφανής. 

Το ζεύγος Λόγγου κατοίκησε, εξάλλου, ελάχιστα. Και οι δύο έφυγαν από τη ζωή λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του μεγάρου. Κληρονόμοι ήταν οι συγγενείς της Θωμαής Καραμπέρη, ωστόσο το ακίνητο περιήλθε στον Στέργιο Μίσσιου το 1934 και παρέμεινε στην ιδιοκτησία του έως και το 2014. Ο τελευταίος κληρονόμος της οικογένειας Μίσσιου κατοικούσε στο μέγαρο έως τη δεκαετία του ’90. 

Σε δύο χρόνια 

Η αποκατάσταση θα αναδείξει τους ψηλοτάβανους χώρους στους τρεις ορόφους (300 τ.μ. ο καθένας), με τα ξύλινα κουφώματα, τις διπλές πόρτες, τους φεγγίτες, τον ζωγραφικό και τον γύψινο ανάγλυφο διάκοσμο. Η ταμπέλα στην πρόσοψη του καφενείου «ΕΡΜΗΣ», που υπενθυμίζει έως σημερα ένα ιστορικό στέκι της πόλης (λειτουργούσε στο ισόγειό του μέχρι το 1992), θα διατηρηθεί στο εσωτερικό του κτιρίου, ενώ ο καθαρισμός της εξωτερικής του όψης από τη σκόνη και την αιθάλη θα φωτίσει τη γήινη απόχρωση του κόκκινου. Το Μέγαρο Λόγγου, γνωστό ως «Κόκκινο σπίτι», σε λιγότερο από μία διετία θα λάμψει ξανά. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ