ΠΟΛΗ

Βουστάσια, σχολεία και σπίτια στου Μακρυγιάννη

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Λαθραία ματιά στο εσωτερικό διατηρητέου σπιτιού στην οδό Τσάμη Καρατάσου 4, στου Μακρυγιάννη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Α​​πό ένα άνοιγμα στην πόρτα του ώς τώρα κλειστού και ερειπωμένου διατηρητέου διώροφου στην οδό Τσάμη Καρατάσου 4, μπορούσα να περιεργαστώ ό,τι είχε απομείνει από ένα διαλυμένο εσωτερικό. Μου τράβηξε την προσοχή το διακοσμητικό μενταγιόν στην οροφή, αυτή η γύψινη κονκάρδα που οργάνωνε το βλέμμα γύρω από το φωτιστικό της οροφής. Ηταν ένα μόνο λείψανο μιας προηγούμενης ζωής, που χανόταν πίσω σε γοητευτικές σελίδες της ιστορίας της Αθήνας.

Σήμερα, αυτό το διώροφο της Τσάμη Καρατάσου αναμένει νέα ζωή, καθώς συνδέεται με ένα από τα μεγαλύτερα αδόμητα οικόπεδα που έχουν απομείνει στην Αθήνα, στην οδό Μισαραλιώτου. Στέκει βουβό με σφραγισμένα τα παράθυρα, με γάτες να μπαινοβγαίνουν από τα ανοίγματα στις εξώθυρες, με καμένο το εσωτερικό και με τη γιρλάντα στην οροφή να καλύπτει μόλις και μετά βίας την πρωτόγονη τοιχοποιία με το ξύλο και τη λάσπη. Μου είπαν ότι για πολλά χρόνια ήταν σχολείο, το Β΄ Θηλέων, γι’ αυτό και θα επισκευάστηκε κάποτε και θα εκσυγχρονίστηκε στην πρόσοψη. Το διαλυμένο, όμως, εσωτερικό αποκαλύπτει έναν πρώτο πυρήνα, παλαιό. Στρώσεις ζωής, που τώρα ετοιμάζονται να υποδεχθούν και τον 21ο αιώνα.

Αλλά αυτό που είναι συναρπαστικό για την περιοχή της Γαργαρέτας και του Μακρυγιάννη είναι τα ίχνη των παλαιών οικιστών, που με την παρουσία τους σφράγισαν τη ζωή στην πρωτεύουσα. Ενας από αυτούς ήταν και ο Γιάννης Χρυσάκης, ο άνθρωπος που είχε τα βουστάσιά του, τα ονομαστά, εκεί που περπατούσα, στην Τσάμη Καρατάσου, εκεί όπου προσπαθούσα, 120 και πλέον χρόνια μετά να δω ίχνη της παλιάς γειτονιάς. Οσοι θυμούνται ή όσοι φέρουν σπέρματα παλαιών διηγήσεων θα πουν για τα βουστάσια του Χρυσάκη, που έφεραν το αγελαδινό γάλα στους Αθηναίους και εκλεκτό βούτυρο και τυριά.

Είχε πολλές ιδιοκτησίες στην περιοχή ο Χρυσάκης, ένας ευλαβής άνθρωπος με επιχειρηματικό δαιμόνιο. Εκεί όπου σήμερα βλέπει κανείς σπίτια του ’30 και μεταπολεμικές πολυκατοικίες είχε τα βουστάσιά του. Αριστερά και δεξιά του ερειπωμένου διατηρητέου, το εσωτερικό του οποίου έβλεπα λαθραία από ανοίγματα της εξώθυρας, υπήρχαν βουστάσια με ελβετικές αγελάδες και το ίδιο το σπίτι θα έχει μνήμες από εκείνα τα χρόνια. Εμεινε μόνο αυτό με ελάχιστα άλλα τόσο παλιά σπίτια στην περιοχή να θυμίζει πόσο άλλαξε η Αθήνα από το 1890 ώς σήμερα.

Από τη Μισαραλιώτου ώς την Παρθενώνος, αυτός ήταν ο χαρακτήρας της περιοχής. Ο Χρυσάκης έμενε στην Τσάμη Καρατάσου, και όπως λέει εξαίρετος παλαιός Αθηναίος, το σπίτι του ήταν στο σημερινό νούμερο 5-7. Εκανε μεγάλη οικογένεια και πλούτισε με σκληρή εργασία. Αρκεί να φανταστεί κανείς ότι έμαθε τη δουλειά του γαλακτοπαραγωγού εργαζόμενος κοντά στον Κάρολο Μέρλιν, απέναντι από τη Βουλή, που είχε φέρει τις πρώτες ελβετικές αγελάδες στην Αθήνα μαζί με την ποικιλία των πορτοκαλιών που πήραν το όνομά του. Περασμένες εποχές και για τους περισσότερους λησμονημένες, αλλά πόσο συγκινητικό όταν έρχονται στο φως σπαράγματα από την ιστορία της πόλης. Ο Χρυσάκης είχε ανοίξει και το πρώτο ευρωπαϊκό τεϊοποτείον, στην πλατεία Συντάγματος, γωνία με τη Μητροπόλεως, που υποδέχθηκε τους επισκέπτες στους Ολυμπιακούς του 1896.

Από το μικρό άνοιγμα στο σπίτι της Τσάμη Καρατάσου, με τη λαθραία θέαση προς το ερειπωμένο εσωτερικό και τη γύψινη διακόσμηση της χαίνουσας οροφής, ξετυλίχθηκαν έστω και σκόρπια και θραυσματικά νήματα της ιστορίας της Αθήνας. Η παλιά γειτονιά άλλαξε και θα αλλάξει και άλλο, αλλά οι παλιές ιστορίες θα προσφέρουν πάντα το μυστήριο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη