ΒΙΒΛΙΟ

Οι χριστιανικές πηγές της Ευρώπης

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Ο Αγιος Αυγουστίνος. Η εισήγηση της Isabelle Bochet στο συνέδριο που διοργάνωσε η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μαζί με το Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών, έδειξε πόσο μεγάλη θέση κατέχει στο έργο του Αυγουστίνου η ιδέα της θέωσης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μ​​αύρη μαυρίλα έχει πλακώσει πάλι τα εκκλησιαστικά πράγματα. Φασίστας δεσπότης κηρύττει το μίσος, το αρμόδιο δικαστήριο τον απαλλάσσει, ενώ δεν βρίσκεται κανείς επίσκοπος, ιερέας ή μοναχός να κάνει μια δήλωση αποδοκιμασίας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δείχνει να μην καταλαβαίνει σε ποιον κόσμο ζούμε, ενώ η Αρχιεπισκοπή Αθηνών και το Οικουμενικό Πατριαρχείο μάχονται στα δικαστήρια για το ποιος έχει δικαίωμα να τελεί ακολουθίες σε ένα ναΰδριο. Τούτη τη στιγμή, πάντως, ας με συγχωρήσουν οι αναγνώστες της στήλης, δεν έχω διάθεση να ασχοληθώ με όλα αυτά, με τόση βλακεία και τόσο σκοτάδι. Εχω ανάγκη από κάτι πιο φωτεινό.

Θα μιλήσω λοιπόν για το συνέδριο που διοργάνωσε η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μαζί με το Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών (ανήκει στην κοινότητα των Ιησουιτών της Αθήνας), το Institut des Sources Chrétiennes και άλλους τέσσερις ευρωπαϊκούς και ελληνικούς φορείς, στις 23-24 Φεβρουαρίου 2018, στις νέες κτιριακές εγκαταστάσεις της στο ΚΠΙΣΝ. Τίτλος του ελληνογαλλικού συνεδρίου: «Sources Chrétiennes: ελληνική και λατινική συμβολή στον ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Η συλλογή Sources Chrétiennes, που συμπληρώνει φέτος 75 χρόνια ζωής, είναι σήμερα η μεγαλύτερη συλλογή έκδοσης έργων Πατέρων της Εκκλησίας και εκκλησιαστικών συγγραφέων στη γαλλική γλώσσα και μία από τις μεγαλύτερες και εγκυρότερες σε όλο τον κόσμο. Ιστορικά, αποτελεί το τρίτο μεγάλο εκδοτικό εγχείρημα αυτού του είδους στη Γαλλία, αν λογαριάσουμε ως πρώτο εκείνο των Βενεδικτίνων του αγίου Μαύρου, των mauristes, κατά το 17ο αιώνα (με κορυφαίους, ανάμεσά τους, τον Jean Mabillon και τον Bernard de Montfaucon), και δεύτερο του αββά Migne το 19ο αιώνα, ο οποίος σε μέγα μέρος συμπεριέλαβε στη δική του σειρά εκδόσεις των mauristes. Τεκμήριο για τη σημασία της συλλογής των Sources Chrétiennes είναι το γεγονός ότι αποτελεί ήδη αντικείμενο ιστορικής έρευνας και μελέτης. Μετράμε μέχρι τώρα τρία τέτοια βιβλία.

Η σειρά ξεκίνησε τον χειμώνα του 1942-43 (το πρώτο βιβλίο, «Περί του Βίου Μωυσέως» του Γρηγορίου Νύσσης, τυπώθηκε τον Νοέμβριο 1942, αλλά κυκλοφόρησε στις αρχές του 1943), αριθμεί σήμερα 600 τόμους, και συνεχίζει ακάθεκτη με ρυθμό 10 τόμων τον χρόνο. Ιδρυτές της ήταν τρεις σπουδαίοι θεολόγοι (οι δύο πρώτοι από τους μεγαλύτερους του 20ού αιώνα): Jean Daniélou, Henri de Lubac, Claude Mondésert. Η συλλογή αυτή θέλησε να γίνει στη Γαλλία, όχι εξαρχής ίσως, αλλά οπωσδήποτε από ένα χρονικό σημείο και έπειτα, ό,τι ήταν οι εκδόσεις Budé για την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, να μπει δηλαδή στη βιβλιοθήκη κάθε μορφωμένου Γάλλου.

Η επιδίωξη αυτή ξεκινούσε από την πικρή διαπίστωση ότι ο γαλλικός διανοούμενος κόσμος αγνοούσε, στην καλύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή δεν περιφρονούσε, τις χριστιανικές πηγές του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Επιπλέον, η συλλογή εμπνεόταν ευθύς εξαρχής από το πνεύμα του οικουμενικού διαλόγου, όπως φαίνεται καθαρά από την επιλογή των τίτλων και τις εισαγωγές. Τα πρώτα χρόνια, μάλιστα, η συλλογή συνειδητά δεν περιελάμβανε έργα Λατίνων συγγραφέων, επειδή τα θεωρούσε πιο γνωστά, αλλά μόνο Ελλήνων. Σήμερα γνωρίζουμε καλά τον ρόλο που έπαιξε στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο η γνωριμία αυτή των Γάλλων θεολόγων και κληρικών με τους Ελληνες Πατέρες. Οι στόχοι και οι επιδιώξεις των Sources Chrétiennes άλλαξαν στο πέρασμα του χρόνου. Ο αρχικός στόχος ήταν κυρίως εκκλησιαστικός, οι ιδρυτές τους επιδίωκαν μια αναβάπτιση της Εκκλησίας στις πηγές της, ήθελαν να επηρεάσουν τη ζωή και τη σκέψη των χριστιανών και όποιου άλλου ανθρώπου με θρησκευτική αναζήτηση.

Σήμερα που η ήττα του χριστιανισμού στις δυτικές κοινωνίες παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, η επιδίωξη γίνεται όλο και περισσότερο ακαδημαϊκή. Το αγοραστικό κοινό των εκδόσεων είναι πια κατά κύριο λόγο οι βιβλιοθήκες (το τιράζ σήμερα είναι 1.500 αντίτυπα –αντί 2.500 και 3.000 που ήταν αρχικά– και από αυτά τα μισά αγοράζονται από βιβλιοθήκες). Τον ακαδημαϊκό στόχο τους, πάντως, οι Sources Chrétiennes τον έχουν πετύχει από καιρό. Τα βιβλία τής σειράς έχουν μπει σε πολλές σχολές, δίπλα στον Θουκυδίδη και στον Πολύβιο έχει βρει τη θέση του και ο Ευσέβιος Καισαρείας.

Το συνέδριο στην Εθνική Βιβλιοθήκη για το οποίο κάνουμε λόγο εδώ ήταν μια φωτεινή στιγμή υψηλής πνευματικής απαιτητικότητας και φιλίας, όπου Γάλλοι και Ελληνες, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, συζήτησαν για Ελληνες και Λατίνους Πατέρες, χωρίς απολογητική ή πολεμική διάθεση, χωρίς θριαμβολογικούς τόνους για την αιώνια σοφία των Πατέρων, αλλά με τη σεμνότητα που επιβάλλει η αληθινή γνώση. Οταν εκδοθούν τα πρακτικά, θα φανεί ότι οι παραπάνω διατυπώσεις δεν είναι υπερβολικές. Ενα πράγμα αποτέλεσε κοινή διαπίστωση: όσα θεωρούμε ως διαφορές ανάμεσα στους Ελληνες και στους Λατίνους Πατέρες είναι κατά βάση προϊόν άγνοιας και πηγάζουν από προειλημμένες θεολογικές θέσεις, ερήμην των κειμένων. Θα δώσω ένα μόνο παράδειγμα: πολλοί Ορθόδοξοι, ανάμεσά τους και σοβαροί άνθρωποι, ισχυρίζονται ότι ο Αυγουστίνος δεν κάνει λόγο για τη θέωση του ανθρώπου, αλλά για τη λύτρωσή του, με δικανικούς όρους. Η εισήγηση της Isabelle Bochet έδειξε –ακολουθώντας και άλλους που έχουν προηγηθεί– πόσο μεγάλη θέση κατέχει στο έργο του Αυγουστίνου η ιδέα της θέωσης.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εγκαυχάται ότι είναι πατερική. Πού θεμελιώνεται αυτό; Στο γεγονός τάχα ότι οι ιερείς στο κήρυγμά τους χρησιμοποιούν συχνά-πυκνά τη φράση «όπως λένε οι Πατέρες» ή στο ότι οι ορθόδοξες θεολογικές μελέτες είναι διάστικτες με πατερικά παραθέματα; Το «όπως λένε οι Πατέρες» αποτελεί αψευδές τεκμήριο ότι εκείνος που το λέει δεν τους έχει διαβάσει, γιατί αν τους είχε διαβάσει θα γνώριζε ότι δεν λένε όλοι το ίδιο. Τα πατερικά παραθέματα στις θεολογικές μελέτες εξασφαλίζουν εύκολα διαπιστευτήρια ορθοδοξίας και οχυρώνουν το κείμενο έναντι της κριτικής ότι παρουσιάζει σχετικό έλλειμμα. Πολύ συχνά οι συγγραφείς τα αναζητούν και τα προσθέτουν εκ των υστέρων, αφού έχουν ολοκληρώσει το κείμενό τους.

Οι Πατέρες δεν αποτελούν για τους περισσότερους Ορθόδοξους θεολόγους πηγή έμπνευσης της σκέψης τους, αλλά ένα ταμπούρι πίσω από το οποίο προφυλάσσονται και αμύνονται απέναντι στους χριστιανούς των άλλων Εκκλησιών και απέναντι στον σύγχρονο κόσμο. Με την πυκνή παράθεση πατερικών χωρίων προσπαθούν απλώς να συγκαλύψουν την απουσία της δικής τους σκέψης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ