ΜΟΥΣΙΚΗ

Συναισθηματική αμεσότητα από Ασκενάζυ και Μουρίκη

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Σπύρος Μουρίκης με μπάσο κλαρινέτο υπό τη διεύθυνση του Βλαντίμιρ Ασκενάζυ έδωσε μία συναρπαστική ερμηνεία (φωτ.: 1895 cinematic creations).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Κι εκεί που όσοι ενδιαφέρονται για τη συμφωνική μουσική σχεδόν είχαν ξεχάσει την ύπαρξη της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, η ορχήστρα επανεμφανίστηκε με ενδιαφέρον πρόγραμμα και εξαιρετικούς καλλιτέχνες στις 16 Μαρτίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Από τις 30 Δεκεμβρίου είχε να εμφανιστεί στη «στέγη» της με συμφωνικό ρεπερτόριο, δηλαδή με αυτό που υποτίθεται ότι κυρίως καλείται να υπερασπιστεί. Επί δυόμισι μήνες εμφανιζόταν σε μουσεία και άλλους χώρους, συνόδευε κινηματογραφικές ταινίες, μπαλέτα και διάσημους λαϊκούς τραγουδιστές ή περιόδευε εκτός Αθηνών. Θα μπορούσαν, βεβαίως, τα περισσότερα από αυτά να είχαν γίνει από κλιμάκια της ορχήστρας, ενώ παράλληλα να πραγματοποιούνταν οι τακτικές συμφωνικές συναυλίες.

Ωστόσο, όλο και περισσότερο φαίνεται πως το σύνολο ενισχύει το «λαϊκό» προφίλ του, αναλαμβάνοντας πιο ενεργό ρόλο ως ορχήστρα ποικίλης μουσικής, με τη συμφωνική μουσική να αποτελεί μία από τις πολλές ασχολίες του, κατά περιόδους όχι κατ’ ανάγκην την πρωτεύουσα.

Μπάσο κλαρινέτο

Στις 16 Μαρτίου, στο πλαίσιο μιας βραδιάς αφιερωμένης στη μνήμη του Χαράλαμπου Φαραντάτου, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με αρχιμουσικό τον Βλαντίμιρ Ασκενάζυ ερμήνευσε τη Δέκατη Συμφωνία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς και το Κοντσέρτο για κλαρινέτο του Μότσαρτ με σολίστα τον Σπύρο Μουρίκη.

Ο Μουρίκης, που έχει ερμηνεύσει αρκετές φορές το συγκεκριμένο Κοντσέρτο του Μότσαρτ, επέλεξε αυτήν τη φορά να το αποδώσει με ένα μπάσο κλαρινέτο, ιστορικό όργανο το οποίο εκτείνεται περισσότερο από το σύγχρονο κλαρινέτο στη χαμηλή περιοχή. Ως αποτέλεσμα δίνει έναν ήχο πιο μεστό στις χαμηλές νότες και συνολικά πιο «στρογγυλό», δίχως αιχμές ή οξύτητα. Το χειρόγραφο του Μότσαρτ για το συγκεκριμένο έργο δεν έχει βρεθεί και το Κοντσέρτο εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συνθέτη. Στην έκδοση αυτή οι χαμηλές νότες έχουν προσαρμοστεί στις δυνατότητες του κλαρινέτου.

Ωστόσο, προς μεγάλη τύχη των μουσικολόγων, έχει σωθεί σπάραγμα από προγενέστερο έργο του Μότσαρτ για κόρνο ντι μπασέτο, όργανο που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το κλαρινέτο, είναι όμως μεγαλύτερο και εκτείνεται σε πιο χαμηλές νότες. Το απόσπασμα αυτό παρουσιάζει σχεδόν απόλυτη αντιστοιχία με το Κοντσέρτο για κλαρινέτο. Επιπρόσθετα, γνωρίζουμε ότι ο Αντον Στάντλερ, για τον οποίο γράφηκε το Κοντσέρτο, ήταν δεξιοτέχνης στο κόρνο ντι μπασέτο.

Ολα τα παραπάνω παραπέμπουν στην επιθυμία του Μότσαρτ για ένα σολιστικό όργανο με πιο βαθύ και στρογγυλό ήχο και ενισχύουν την επιλογή του Μουρίκη να αποδώσει το Κοντσέρτο σε μπάσο κλαρινέτο. Στο συγκεκριμένο όργανο το σολιστικό μέρος ακούγεται πράγματι πολύ καλύτερα, καθώς ο πιο γεμάτος και βαθύς ήχος αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τις μελωδικές γραμμές. Οι μεστές χαμηλές νότες στηρίζουν τις φράσεις και το έργο κερδίζει συνολικά σε πλαστικότητα και αισθητική ομορφιά. Προφανώς όλα αυτά ήρθαν στο φως χάρη στην ερμηνεία του Σπύρου Μουρίκη, ενός ξεχωριστού μουσικού, σπουδαίου δεξιοτέχνη με μεγάλη μουσικότητα και έμφυτη αίσθηση σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των φράσεων. Πρόκειται για έναν μουσικό που κάνει τα δύσκολα να φαίνονται εύκολα και τα πιο απαιτητικά σημεία να ρέουν με απόλυτη φυσικότητα. Τα αργό μέρος εξέπεμπε λεπτό αισθησιασμό, το τελευταίο ξεχώρισε για την ελαφράδα και την κομψότητά του. Σπάνια έχει ακουστεί το Κοντσέρτο αυτό με παρόμοιο τρόπο στην Αθήνα.

Στο δεύτερο μέρος ακολούθησε η Δέκατη Συμφωνία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Η προβληματική σχέση του συνθέτη με το σταλινικό καθεστώς είναι γνωστή. Ο Σοστακόβιτς είχε δεχτεί δύο σφοδρότατες δημόσιες επιθέσεις, μία το 1936 με αφορμή την όπερά του «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» και μία το 1948 όταν μαζί με άλλους Σοβιετικούς καλλιτέχνες κατηγορήθηκε με το «διάταγμα Ζντάνοφ» για «ανάρμοστη» και φορμαλιστική μουσική. Η Ενατη Συμφωνία του είχε παρουσιαστεί το 1945. Η Δέκατη έπρεπε να περιμένει τον θάνατο του Στάλιν το 1953, προκειμένου να γραφεί και να παρουσιαστεί λίγους μήνες αργότερα από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λένινγκραντ υπό τον Γιεβγκένι Μραβίνσκι. Πρόκειται για συγκλονιστικό έργο, βαθιά προσωπικό και συναισθηματικά ιδιαίτερα φορτισμένο.

Ηδη από το πρώτο μέρος η ερμηνεία του Ασκενάζυ ανέδειξε με αμεσότητα τη φόρτιση αυτή, αποσαφηνίζοντας τις διαφορετικές παραγράφους και τον μεταξύ τους διάλογο, όπως επίσης υπογραμμίζοντας τις δραματικές ενότητες. Το σύντομο δεύτερο μέρος, ένα μουσικό πορτρέτο του Στάλιν, είχε την ανάλογη βιαιότητα και δριμύτητα, ενώ το τρίτο, το οποίο φέρει τη «μουσική υπογραφή» του Σοστακόβιτς, είχε διάθεση νυκτερινού. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην υποβλητική απόδοση του σύντομου θέματος του κόρνου (Χρήστος Σαλβάνος), η οποία προσδιόρισε την ατμόσφαιρα στο τέλος του μέρους.

Τα ξύλινα πνευστά –Πιλαφτσή (φλάουτο), Οικονόμου (όμποε), Τζέκος (κλαρινέτο) κ.ά.– στήριξαν υποδειγματικά όλη την ερμηνεία, ιδιαίτερα δε το εισαγωγικό αργό τμήμα του τελευταίου μέρους. Προς το τέλος της Συμφωνίας, τα έγχορδα έπεσαν στον σκόπελο κρίσιμων γρήγορων φράσεων, τις οποίες απέδωσαν με περιορισμένη διαύγεια, περιορίζοντας –ή θαμπώνοντας– τον «θρίαμβο» της μουσικής, όπως τον ήθελε ο Σοστακόβιτς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ