ΕΛΛΑΔΑ

Ο... διά βίου εθνικός διάλογος για την Παιδεία

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Το εξεταστικό σύστημα για τα ΑΕΙ είναι υπό συζήτηση, η διδασκαλία των ξένων γλωσσών στο σχολείο ελλειμματική, η αντιμετώπιση της παπαγαλίας «εκκρεμεί». Μαθητές και γονείς, όμηροι μιας ατέρμονης συζήτησης για την Παιδεία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δύο χρόνια πριν, η 36μελής Επιτροπή Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία κατέθεσε στον τότε υπουργό Παιδείας Νίκο Φίλη το 110 σελίδων πόρισμά της, σηματοδοτώντας την επίσημη λήξη του εθνικού διαλόγου για την Παιδεία. Πλέον, το πόρισμα βρίσκεται... κάπου ξεχασμένο από τον νυν υπουργό Κώστα Γαβρόγλου, ο οποίος τότε είχε οργανώσει δικό του διάλογο ως πρόεδρος της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής. «Οι εθνικοί διάλογοι χρησιμοποιούνται πολιτικά για να εξασφαλίσουν ένα είδος πολιτικής συναίνεσης ή για να κατευναστούν εντάσεις στον ιδιαίτερα κρίσιμο χώρο της Παιδείας» τόνισε, μιλώντας στην «Κ» μέλος της επιτροπής. Μεταπολιτευτικά έχουν λάβει χώρα πέντε εθνικοί διάλογοι (ενώ έχουν αναγγελθεί ακόμη δύο που δεν προχώρησαν), ωστόσο τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τους γονείς δεν έχουν λυθεί.

Ανοικτά ζητήματα

Ενδεικτικά, το εξεταστικό σύστημα για τα ΑΕΙ είναι υπό συζήτηση, η διδασκαλία των ξένων γλωσσών στο σχολείο και όχι μόνο –ποιος ξεχνά τις περιπέτειες των Θρησκευτικών και της Ιστορίας;– είναι ελλειμματική (εξ ου και το κόστος της φροντιστηριακής παιδείας για τους γονείς), η αντιμετώπιση της παπαγαλίας «εκκρεμεί». Ενας λόγος που εξηγεί την πολιτική αβελτηρία για ουσιαστική εφαρμογή των πορισμάτων των κατά καιρούς διαλόγων είναι ότι το υπουργείο Παιδείας είναι από τα πιο συγκεντρωτικά, επιτρέποντας στον υπουργό να εφαρμόζει την πολιτική του με βάση επικαιρικές, μικροπολιτικές στοχεύσεις.

Το 1986, ο τότε υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης ανακοίνωνε «διαρκή εθνικό διάλογο για την Παιδεία». Ακολούθησε, το 1991, ο εθνικός διάλογος από τον Γιώργο Σουφλιά, μετά τις μεγάλες μαθητικές κινητοποιήσεις και τη δολοφονία του εκπαιδευτικού Νίκου Τεμπονέρα. Το 1995 θεσμοθετείται το Εθνικό Συμβούλιο για την Παιδεία (ΕΣΥΠ) επί υπουργίας Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Τον Ιανουάριο του 1999 το ΕΣΥΠ συνεδρίασε στο Ζάππειο Μέγαρο μετά τις μεγάλες και συνεχείς κινητοποιήσεις των μαθητών και των εκπαιδευτικών κατά των αλλαγών του τότε υπουργού Παιδείας Γεράσιμου Αρσένη. Νέος εθνικός διάλογος ξεκίνησε το 2005 από την τότε υπουργό Μαριέττα Γιαννάκου. Για διάλογο σε... tabula rasa μίλησε τον Ιανουάριο του 2009 ο νέος υπουργός Παιδείας Αρης Σπηλιωτόπουλος. Ακόμη και ο Ανδρέας Λοβέρδος εξήγγειλε εθνικό διάλογο, ο οποίος δεν ολοκληρώθηκε λόγω των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015. Στις 28 Δεκεμβρίου 2015, ο Νίκος Φίλης έκανε την επίσημη έναρξη των εργασιών της 36μελούς Επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, οι εργασίες της οποίας ολοκληρώθηκαν τον Μάιο του 2016.

«Ο εθνικός διάλογος χαράζει τη στρατηγική. Ωστόσο, ακόμη κι αν κατατεθεί το καλύτερο πόρισμα, εάν δεν υπάρχει στρατηγική εφαρμογής και αποτίμησής του, δεν θα έχει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα» παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ», η Μπέτυ Δενδρινού, ομότιμη καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών και ένα εκ των 36 μελών της Επιτροπής Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία. «Η Φινλανδία το 2020 θα έχει έτοιμο ένα πρόγραμμα αλλαγών στη εκπαίδευσή της, το οποίο αποφασίστηκε ύστερα από εθνικό διάλογο με μετρήσιμα αποτελέσματα. Ο διάλογος ξεκίνησε το 2015», αναφέρει η κ. Δενδρινού.

Μάλιστα, ήδη, το υπουργείο έχει καθυστερήσει στην επιλογή των νέων προγραμμάτων σπουδών της Β΄ και Γ΄ Λυκείου, ώστε το νέο εξεταστικό να εφαρμοστεί το 2020, όταν οι μαθητές της νυν Α΄ Λυκείου φθάσουν στη Γ΄ τάξη. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», για το θέμα ο κ. Γαβρόγλου και ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) Γεράσιμος Κουζέλης συναντήθηκαν προχθές. Με δεδομένο ότι το ΙΕΠ έχει καταθέσει έπειτα από δουλειά περίπου ενός έτους σχετική πρόταση, απαιτείται πολιτική έγκριση για να υιοθετηθεί.

Συγκεντρωτισμός

Ενας λόγος που τα πορίσματα των εθνικών διαλόγων μένουν στα υπουργικά συρτάρια, είναι ότι στην Ελλάδα οι υπουργοί Παιδείας αλλάζουν συνεχώς –επί ΣΥΡΙΖΑ πέρασαν ήδη τρεις– και ότι το κεντρικό κράτος θέλει να είναι συγκεντρωτικό. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο εκάστοτε υπουργός εφαρμόζει τη δική του πολιτική, μέσω αποφάσεων και δεν επιθυμεί να δεσμεύεται από πορίσματα προκατόχων του. Χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του Λεωνίδα Χριστόπουλου, συγγραφέα του βιβλίου «Πολυνομία και κακονομία στην Ελλάδα» (εκδόσεις διαΝΕΟσις), από το 2005 μέχρι το 2017 έχουν ψηφιστεί 32 νόμοι με συνολικά 1.116 άρθρα στον τομέα της Παιδείας. Τα άρθρα αυτά περιέχουν περίπου 1.200 εξουσιοδοτήσεις για έκδοση κανονιστικών πράξεων, εκ των οποίων περίπου οι 900 με 1.000 είναι υπουργικές και κοινές υπουργικές αποφάσεις, δηλαδή κεντρική διοίκηση. Συνεπώς, πάνω από μία εξουσιοδότηση και σχεδόν μία υπουργική ή κοινή υπουργική απόφαση ανά άρθρο. Οπως ανέφερε στην «Κ» ο κ. Χριστόπουλος, «το συγκεντρωτικό καθεστώς το έχει αναγνωρίσει και το πόρισμα Γαβρόγλου στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής το 2016, και πρότεινε την ενίσχυση της παιδαγωγικής αυτονομίας της εκπαιδευτικής μονάδας». Τότε, βέβαια, ο κ. Γαβρόγλου ήταν βουλευτής, τώρα είναι υπουργός.

Η μεταρρύθμιση

«Τα πορίσματα του διαλόγου, που εκδόθηκαν σε βιβλίο, και περιέχουν τη δουλειά 120 ειδικών επιστημόνων, δεν έχουν χαρακτηριστικά συνταγογραφίας. Πρόθεσή μας ήταν να καταγραφούν τα προβλήματα και να προταθεί ένας ορίζοντας δομικών μεταβολών για την εκπαίδευση ως παρακαταθήκη για τις νυν και επόμενες ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας», ανέφερε στην «Κ» ο Αντώνης Λιάκος, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Διαλόγου για την Παιδεία και ομότιμος καθηγητής Ιστορίας στο Παν. Αθηνών. Και συμπλήρωσε: «Δύο ήταν οι νοητοί άξονες: Αφενός, οι μεγάλες αλλαγές στη γνώση και στη μάθηση που συντελούνται με τις σύγχρονες τεχνοεπιστημονικές εξελίξεις, και αφετέρου, η αντιμετώπιση των κινδύνων που προέρχονται από τη σύζευξη κοινωνικών ανισοτήτων και πολιτισμικών διακρίσεων και μεταφράζονται σε άνιση πρόσβαση στα μορφωτικά αγαθά. Καταλήξαμε σε σειρά προτάσεων, από τις οποίες οι σημαντικότερες είναι η επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης με το διετές νηπιαγωγείο, η καλλιέργεια της παιδαγωγικής ευελιξίας στη στοιχειώδη εκπαίδευση, η αλλαγή του χαρακτήρα του λυκείου και της πρόσβασης στα ΑΕΙ, η ευελιξία των σπουδών και η αυτονομία των ΑΕΙ. Παράλληλα, η οργάνωση γενικευμένης στροφής στην ψηφιακή εκπαίδευση και η εισαγωγή της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης.

Μερικές από τις ιδέες του διαλόγου αξιοποιήθηκαν από το τωρινό υπουργείο, ώς έναν βαθμό, άλλες όχι. Αυτό δεν καθιστά αναδρομικά τον διάλογο προσχηματικό. Η εφαρμογή είναι μια διαδικασία δύσκολη με προσαρμογές, επιβραδύνσεις, επαναφορές. Οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση θέλουν τον χρόνο τους και η πολιτική πόλωση δεν βοηθά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ