ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τον Μάιο ξεκινάει ο διαγωνισμός για πώληση των λιγνιτικών της ΔΕΗ

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

Με βάση όσα διέρρευσαν χθες από κύκλους του υπουργείου Ενέργειας, το νομοσχέδιο στα άρθρα 1-3 περιγράφει τα περιουσιακά στοιχεία προς αποεπένδυση και τη διαδικασία διαχωρισμού τους από τη μητρική εταιρεία. Δύο θυγατρικές της ΔΕΗ, μία για τα περιουσιακά στοιχεία στον Βορρά και άλλη για τον Νότο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Toν Μάιο αναμένεται η έναρξη του διαγωνισμού για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ και τον Οκτώβριο, η ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού και η κατάθεση του τιμήματος εντός του 2018.

Αυτό προβλέπει το νομοσχέδιο που έχει ολοκληρώσει το υπουργείο Ενέργειας σε συνεργασία με την DGcomp και αναμένεται να δοθεί σε δημόσια διαβούλευση την επόμενη εβδομάδα, ώστε να ακολουθήσει η κατάθεσή του στη Βουλή.

Το νομοσχέδιο ενσωματώνει το σύνολο των δεσμεύσεων που ανέλαβε το υπουργείο Ενέργειας έναντι της Κομισιόν στη συμφωνία για την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης και οι οποίες, όπως είχε αποκαλύψει η «Κ», καθιστούν την Επιτροπή τον βασικό φορέα ελέγχου της όλης διαδικασίας. Με βάση όσα διέρρευσαν χθες από κύκλους του υπουργείου Ενέργειας, το νομοσχέδιο στα άρθρα 1-3 περιγράφει τα περιουσιακά στοιχεία προς αποεπένδυση και τη διαδικασία διαχωρισμού τους από τη μητρική εταιρεία. Δύο θυγατρικές της ΔΕΗ, μία για τα περιουσιακά στοιχεία στον Βορρά και άλλη στον Νότο. Σε κάθε μία θα περιέλθουν οι εγκαταστάσεις, ο μηχανολογικός εξοπλισμός, τα δικαιώματα εκμετάλλευσης από ορυχεία, καθώς και το σύνολο της σχετικής αδειοδότησης, ώστε να είναι πλήρως λειτουργικές.

Οι λογιστικές καταστάσεις του πρώτου τριμήνου θα αποτυπώνουν τον παραπάνω διαχωρισμό και πρέπει να εγκριθούν από το Δ.Σ. μέχρι το τέλος Μαΐου. Στη συνέχεια, θα δοθεί ένας μήνας για τυχόν προσφυγές των πιστωτών και αμέσως μετά θα ολοκληρωθεί και τυπικά η απόσχιση, με την έγκριση από τη Γ.Σ. της ΔΕΗ.

Το μετοχικό κεφάλαιο των θυγατρικών θα προκύψει από τη λογιστική αξία των παγίων που θα μεταβιβαστούν σε αυτές, και αυτό γιατί η διαδικασία της αποτίμησης, σύμφωνα με το υπουργείο Ενέργειας, είναι χρονοβόρα και δεν θα επέτρεπε την ολοκλήρωση της απόσχισης εντός του χρονοδιαγράμματος που έχει συμφωνηθεί. Στο νομοσχέδιο υπάρχει πρόβλεψη για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών λειτουργίας των μονάδων προς μεταβίβαση μέχρι το τέλος του έτους. Η διαδικασία του πλειοδοτικού διαγωνισμού, όπως περιγράφεται στο άρθρο 3, θα διενεργηθεί τον Μάιο από τη ΔΕΗ και θα έχει συγκεκριμένες προδιαγραφές και κριτήρια επιλογής των επενδυτών.

Εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης της DGcomp, η οποία αναμένεται περί τις 15 Απριλίου, δηλαδή τον Οκτώβριο, θα πρέπει να έχουν υπογραφεί οι συμβάσεις αγοραπωλησίας. Το άρθρο 4 ρυθμίζει εργασιακά θέματα και προβλέπει ότι στις νέες εταιρείες θα μεταφερθεί το απαραίτητο προσωπικό, ώστε να λειτουργήσουν κανονικά τα εργοστάσια και τα ορυχεία, σύμφωνα με απόφαση της ΔΕΗ. Το υπόλοιπο προσωπικό θα μετακινηθεί σε άλλες θυγατρικές του ομίλου ΔΕΗ ή θα επωφεληθεί από πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, για την υποστήριξη του οποίου καταργείται ο συμψηφισμός της αποζημίωσης καταγγελίας σύμβασης με το εφάπαξ. Για τους εργαζομένους που θα μεταφερθούν στις νέες εταιρείες θα ισχύσουν τα υφιστάμενα εργασιακά δικαιώματα, ενώ για έξι χρόνια δεν θα μπορούν να απολυθούν.

Η ΔΕΗ, εκτός από την επιβάρυνση του κόστους απορρόφησης ή χρηματοδότησης εθελουσίας εξόδου του προσωπικού που θα κριθεί μη απαραίτητο για τη λειτουργία των μονάδων που θα πουληθούν, θα αναλάβει και το κόστος αποκατάστασης μετά την παύση λειτουργίας τους για τα χρόνια που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό της.

Ενα πρόσθετο κόστος για τη ΔΕΗ προκύπτει από διάταξη του νομοσχεδίου που βάζει πλαφόν στην παραγόμενη ισχύ της μονάδας φυσικού αερίου της Μεγαλόπολης στα 500 MW έναντι εγκατεστημένης ισχύος 811 MW μέχρι να αναβαθμιστεί το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Πελοπόννησο. Με τη ρύθμιση αυτή, το υπουργείο επιχειρεί να καταστήσει πιο ελκυστικές για τους επενδυτές τις μονάδες της Μεγαλόπολης. Ταυτόχρονα, όμως, με μια άλλη ρύθμιση επιβάλλει ειδικό τέλος δικαιωμάτων λιγνίτη 1,2 ευρώ η μεγαβατώρα, υπονομεύοντας περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα του καυσίμου, που επιβαρύνεται ήδη από το υψηλό κόστος των ρύπων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ