Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Το λιοντάρι και ο σταυρός  

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενας άνδρας ή μία γυναίκα, ή μία ομάδα ανθρώπων των οποίων τα ονόματα, πρόσωπα και γλώσσα ουδέποτε θα μάθουμε, επέλεξαν ένα κομμάτι χαυλιόδοντα ενός μαμούθ και, στις κρύες μέρες και νύχτες της τελευταίας εποχής των παγετώνων στη σημερινή Γερμανία, πιθανώς δίπλα σε φωτιά μέσα σε μια σπηλιά, δημιούργησαν ένα ιερό αντικείμενο – ένα ειδώλιο που συνδέει το κεφάλι και τους ώμους ενός λιονταριού με το σώμα ανδρός. Το ειδώλιο (31 εκ. το ύψος) απαιτούσε περίπου 400 ώρες εργασίας για να σμιλευθεί με τα εργαλεία που οι άνθρωποι διέθεταν πριν από 40.000 χρόνια. Σε εποχή που η επιβίωση ήταν η κυρίαρχη έννοια κάθε ανθρώπου, ο Ανθρωπος-Λιοντάρι απαιτούσε πολύτιμο χρόνο, κόπο και σκέψη. Απαιτούσε τη στήριξη μιας ομάδας. Είναι το πρώτο αντικείμενο που έχουμε, το οποίο δεν απεικονίζει κάτι που βρίσκεται στη φύση. Δημιουργήθηκε για σοβαρό σκοπό, όχι για να περνάει η ώρα.

Πριν από λίγα χρόνια –σαν σήμερα– τον Οκτώβριο του 2013, ένας μαραγκός στο ηλιόλουστο νησί Λαμπεντούζα, μεταξύ Λιβύης και Ιταλίας, συγκινημένος από τον πνιγμό περίπου 300 ανθρώπων που ήλπιζαν σε μια καλύτερη ζωή στην Ευρώπη, πήρε κομμάτια ξύλου από το σαπιοκάραβο που τους οδήγησε στον θάνατο και έφτιαξε έναν απλό σταυρό. Ηθελε να τιμήσει –να αναγνωρίσει την ύπαρξη– πολλών χριστιανών από την Ερυθραία και τη Σομαλία που χάθηκαν σε εκείνο το ναυάγιο. Το ξύλο από το σκάφος που τους πρόδωσε έγινε σύμβολο της μεταθανάτιας ζωής. Ο Φρανσέσκο Τούτσιο (Francesco Tuccio) –όπως και οι χαμένοι στον χρόνο πρόγονοί μας που σμίλευσαν τον Ανθρωπο-Λιοντάρι– ανταποκρίθηκε στην ανάγκη να παρακάμψει το δέος για το άγνωστο, να απομακρύνει τον φόβο για τον κίνδυνο, να επικοινωνήσει με κάτι βαθύτερο, όχι μόνο να κάνει αναπαραγωγή ενός ιερού συμβόλου. Ηθελε, επίσης, να επικοινωνήσει με τους ναυαγούς αλλά και με τους ζωντανούς που θα έβλεπαν τον σταυρό και θα καταλάβαιναν τι σημαίνει.

Η ανάγκη για τη δημιουργία εικόνων και συμβόλων, η προσπάθεια να αναπαράγουμε κάτι που βλέπουμε ή να δώσουμε μορφή σε κάτι που φανταζόμαστε, είναι βαθιά ριζωμένη στον άνθρωπο. Είναι ένδειξη ευλάβειας, πράξη αφοσίωσης, προσπάθεια μεσολάβησης μεταξύ του αγνώστου και του εαυτού μας. Οι άνθρωποι που κινδύνευαν συνεχώς από λιοντάρια στις σπηλιές, ίσως να ήλπιζαν ότι εάν «ένωναν» τον εχθρό με τον άνθρωπο θα αποκτούσαν κάτι από τη δύναμή του, θα εξευμένιζαν την οργή του, θα είχαν ένα φυλαχτό εκεί που υπήρχε μόνο φόβος. Στη δική μας εποχή, λίγοι κινδυνεύουν από άγρια ζώα, αλλά η βία και η φτώχεια, η θάλασσα, η ασθένεια, το αμείλικτο μυστήριο κάθε θανάτου, προκαλούν τα ίδια ερωτήματα και τους ίδιους φόβους. Τα σύμβολα είναι η προσπάθειά μας –ύλη που διαμορφώνει ύλη– να εξοικειωθούμε με το άυλο, είτε είναι ο φόβος είτε η αγάπη και η ελπίδα. Αυτή η ανάγκη διαπερνά όλες τις εποχές των ανθρώπων, συνδέει τον καθένα που έζησε, σε μια συνεχή αναζήτηση κατανόησης και εξεύρεσης καταφυγίου, σε έναν κόσμο που όσο τον ζούμε τόσο οι αλήθειες του παραμένουν άπιαστες. Δεν γνωρίζουμε καν αν θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις για να έχουμε απαντήσεις.

Και οι θεοί –το θείο ή ο Θεός– είναι η προσπάθεια να επικοινωνήσουμε με κάτι πέρα από τα όρια των αισθήσεων, μια προσπάθεια να διαχειριστούμε την απόλυτη ορφάνια του ζώου που το μόνο που γνωρίζει είναι ότι θα πεθάνει. Εάν δεν κινδυνεύουμε από λιοντάρια σε σπηλιές, μας απειλούν η βία άλλων ανθρώπων, η προδοσία της ίδιας μας της σάρκας, η μαύρη θάλασσα και το απέραντο σκοτάδι του σύμπαντος. Γεμίζουμε τις ζωές μας με το δέος για τα θεία, με άγιους μεσολαβητές, με λαμπρά παραδείγματα ιεροσύνης και με χαρισματικούς ηγέτες, είτε θρησκευτικοί είτε πολιτικοί· γι’ αυτό η ανθρωπότητα συμμορφώνεται σε θρησκείες και ο πλανήτης βουίζει από τις τελετές, τις δεήσεις, τις συγκρούσεις τους. Καρδιές, σπίτια, ναοί, πολιτείες, έθνη γεμίζουν με σύμβολα και ελπίδες, ενίοτε ξεσπούν με οργή όταν η πίστη απειλείται. Φτιάχνουμε συνεχώς αντικείμενα, θεωρίες και τελετές για να «διοργανώσουμε» την αίσθηση ότι υπάρχουν πράγματα πέρα από τον κόσμο που ορίζεται από τις αισθήσεις μας.

Αυτό τον κόσμο επιχειρεί να παρουσιάσει η έκθεση «Ζώντας με τους θεούς: άνθρωποι, μέρη και πέρα κόσμοι» στο Βρετανικό Μουσείο. Αρχίζει με το ασύλληπτης ομορφιάς και σπουδαιότητας Ανθρωπο-Λιοντάρι, τελειώνει με μια εγκατάσταση – μια απλή πινακίδα Αμερικανού καλλιτέχνη με τίτλο «Είναι απολύτως ακαθόριστο». Συμπεριλαμβάνει αντικείμενα λατρείας απ’ όλες τις εποχές, απ’ όλες τις θρησκείες, απ’ όλο τον κόσμο. Τα αντικείμενα, και η σχέση τους με τα στοιχεία και με τις αισθήσεις είναι στο κέντρο, όχι οι κοσμοθεωρίες και οι δομές των θρησκειών. Από δημιουργίες ανεκτίμητης ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας έως ευτελή βιομηχανικά προϊόντα στην εξυπηρέτηση θρησκευτικής ή πολιτικής λατρείας (όπως φυλαχτό με πορτρέτο του Μάο), παντού αναβλύζει η ανάγκη του ανθρώπου να εξηγήσει, να εξοικειωθεί, να διαπραγματευθεί με τον κόσμο του. Βουτώντας σε ασβέστη τα φανελάκια δύο παιδιών που πνίγηκαν στη θάλασσά μας το 2015 –κρεμώντας τα σαν μπουγάδα, σαν φαντάσματα, σαν αιωρούμενες ταφόπλακες– ο Σύρος Ισάμ Κουρμπάζ δονεί τον καθένα μας στην καρδιά. Με μια απλή πράξη υπερβαίνει την ύλη. Ενώνει τον φόβο, τους πόθους, τους πόνους του καθενός σε συμπόνια, σε πάθος, σε κοινωνία.

Σημ.: Η έκθεση Living with gods: peoples, places and worlds beyond «κλείνει» την Κυριακή του Πάσχα 8 Απριλίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ