Λίνα Γιάνναρου ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Στα ίδια έργα θεατές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο κανόνας λέει ότι το κοινό λατρεύει τις επαναλήψεις σειρών, ιδίως των επιτυχημένων σειρών των ’90s. Δεν είναι μόνο ότι –σε ό,τι αφορά την Ελλάδα– τα τηλεοπτικά προϊόντα της εποχής ήταν όντως ποιοτικότερα, αλλά κυρίως ότι μας θυμίζουν την εποχή που ως «δυναμικό κοινό» είχαμε όλη τη ζωή μπροστά μας, ορατή την πιθανότητα να διαπρέψουμε. Τα δίκτυα, με τη σειρά τους, στοιχηματίζουν ότι σε εποχές πολιτικής αστάθειας και ειδησεογραφίας που προκαλεί τρόμο, η επανεκκίνηση αγαπημένων προγραμμάτων θα είναι ανακουφιστική. Στην τηλεόραση, όπως και στην πολιτική, η νοσταλγία πουλάει.

Ισως όχι τυχαία, είχαμε δύο τέτοια παραδείγματα τον τελευταίο καιρό, σε ΗΠΑ και Ελλάδα. Στην Αμερική, το ABC προβάλλει νέα επεισόδια της θρυλικής sitcom «Roseanne», ενώ στον μικρόκοσμό μας επανέκαμψαν οι «Δέκα Μικροί Μήτσοι» (Ant1). Και οι δύο σειρές διέγραψαν λαμπρή πορεία τη δεκαετία του ’90, ξεπερνώντας τα όρια της τηλεοπτικής πραγματικότητας της εποχής. Το Roseanne, που έκανε πρεμιέρα 30 χρόνια πριν, το 1988, σκιαγραφούσε τον καθημερινό αγώνα μιας τυπικής οικογένειας της εργατικής τάξης, ενώ οι «Μήτσοι» (1992-2004) αποτύπωναν με χειρουργική ακρίβεια το πνεύμα μιας χώρας μικροαστικής και νεοπλουτίστικης. Οι δημιουργοί τους ήταν φορείς της ελπίδας για κοινωνική και τηλεοπτική αλλαγή. Η Ροζάν Μπαρ θεωρείτο η πιο αριστερή παρουσία στην αμερικανική τηλεόραση, αυτή που μίλησε για τις ανισότητες της αμερικανικής κοινωνίας και αυτή που άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο οι γκέι αποτυπώνονται στο γυαλί. Ο Λάκης Λαζόπουλος, από την άλλη, ανέβασε τον πήχυ της τηλεοπτικής σάτιρας από το ύψος της φθηνής επιθεώρησης σε επίπεδα Saturday Night Live, κάνοντας όλη την οικογένεια να στήνεται για να παρακολουθήσει τις εκπομπές που ετοίμαζε με αφορμή την επικαιρότητα.

Και μετά το χάος. Η Ροζάν Μπαρ εξελίχθηκε σε μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, φορέας κάθε θεωρίας συνωμοσίας που κυκλοφορούν τα alt right μέσα και ένθερμη υποστηρίκτρια του Τραμπ. Ο Λαζόπουλος επανέφερε τη σάτιρα σε επίπεδο τσαντιριού, με φθηνά χτυπήματα που εκμεταλλεύονταν και τροφοδοτούσαν την αγανάκτηση του κοινού έναντι της πολιτικής εξουσίας, με τα γνωστά αποτελέσματα. Και τα δύο προγράμματα έκαναν πολύ υψηλά νούμερα τηλεθέασης με την επανεμφάνισή τους. Ο κόσμος κάθισε μπροστά από την τηλεόραση, χαμογέλασε νοσταλγικά και γέλασε με τα αστεία, αλλά με τον τρόπο που γελάς όταν το έργο το έχεις ξαναδεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ