ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Νιώθω όπως ένας άσχημος που κρύβεται πίσω από ωραία πράγματα...»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

«Υπάρχει μια κλωστή που συνδέει όλη τη δημιουργία μου», λέει ο Αλέξης Κυριτσόπουλος για τα έργα που εκθέτει στην Γκαλερί Σκουφά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Νιώθει ότι κλείνουν κύκλοι, «έστω και τετραγωνισμένοι». Μιλάει με την αυτοπεποίθηση εκείνου που αναζήτησε και βρήκε την περπατησιά του. Διατηρεί το μαύρο χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό που ακολουθεί όσους μεγάλωσαν και άρχισαν να δημιουργούν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, τις δεκαετίες όπου όλα αποδομούνταν, όλα δημιουργούσαν απαισιοδοξία, θυμό, απόλυτες διαφωνίες και ένα όραμα για ένα αύριο υψηλών ταχυτήτων και καταιγιστικών αλλαγών. Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, σήμερα 75 ετών, ζει με τις σιγουριές και τις αβεβαιότητές του. «Κλείνουν κύκλοι, ανοίγουν κάποιοι άλλοι, έτσι δεν συμβαίνει πάντα;» μου λέει στον πρώτο όροφο της Γκαλερί Σκουφά όπου βρεθήκαμε χθες. Εκεί, από τις 20 Μαρτίου, εκτίθενται έργα απ’ όλη την πορεία του. Σαν μια μίνι αναδρομική έκθεση, πριν από τη μεγάλη που σχεδιάζει με το Μουσείο Μπενάκη, ενώ ταυτόχρονα ετοιμάζει δύο μεγάλες ενότητες έργων για τον Δον Κιχώτη και τον Συρανό ντε Μπερζεράκ.

Τον έχουμε ταυτίσει με τα εξώφυλλα και τα σκηνικά των παραστάσεων του Διονύση Σαββόπουλου ή με τα «Παράλογα», για παράδειγμα, του Μάνου Χατζιδάκι. Είναι ο παραμυθάς που γράφει και σκιτσάρει –«τα έργα πείτε τα όπως θέλετε, σκίτσα ή ζωγραφιές»–, είναι ο δημιουργός –«σιχαίνομαι τη λέξη “καλλιτέχνης”»– που κατασκεύασε εκατοντάδες έργα με χρώματα που είναι αδύνατον να μην προσέξεις. «Με αυτή την έκθεση παρουσιάζω τους διάφορους, παράλληλους τρόπους της δημιουργίας μου. Δεν είμαι μόνον το ένα ή μόνον το άλλο· στην τέχνη, παλεύω με πολλά ταυτόχρονα. Τώρα, δείχνω μαζί σημεία από αυτή την πορεία. Υπάρχει μια κλωστή που συνδέει όλη τη δημιουργία μου», λέει ο ίδιος.

Αυτή η κλωστή, «που είναι σαν της Αριάδνης, δεν είναι για τα εύκολα», είναι τα χρώματα, τα σχήματα και οι εικόνες του. Είναι η διαρκής απάντηση που προσπαθεί να δώσει στα ερωτήματα της νεότητάς του: παράδοση ή μοντερνισμός, ατομικό ή συλλογικό; «Υπάρχει συνάφεια μεταξύ των έργων. Το ’65-’66, όταν άρχισα να σκιτσάρω, δεν γνώριζα τι είναι όλο αυτό. Ζούσαμε την πολιτιστική άνθηση της Αθήνας, μια πρόοδο που δεν ξέραμε πού θα μας πάει, είχαμε το ερώτημα “Κόντογλου ή Τσαρούχης;”, ήμασταν ανάμεσα στη σύγκρουση του συλλογικού οράματος και της ατομικής ευθύνης», αφηγείται ο Αλέξης Κυριτσόπουλος.

«Ψάχναμε την Ελλάδα»

Αυτές οι συγκρούσεις, μεταξύ συλλογικού και ατομικού και παράδοσης και μοντερνισμού, μοιάζει, αφενός, να διατρέχουν τα έργα του και, αφετέρου, να απασχολούν, μέχρι και σήμερα, τον ίδιο. «Στραφήκαμε στην παράδοση», θυμάται ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, «διότι, εντός ενός κόσμου που παγκοσμιοποιείτο από το ’60, ψάχναμε, στην Ελλάδα, να βρούμε ποιοι είμαστε, ποια είναι η παράδοσή μας, η ταυτότητά μας. Τα δικά μου ζητούμενα, όμως, ήταν το χτίσιμο της προσωπικότητάς μου, η ατομική ευθύνη, αυτό που είσαι όταν βγεις από τον χυλό της ομάδας. Εγώ, ως άτακτη προσωπικότητα και ανεπίδεκτος μαθήσεως, ήδη από μικρός, προσπαθούσα να εκφραστώ σε αυτό το ανάμεσα των μεγάλων διλημμάτων, όπως, ας πούμε, έκανε ο Χατζιδάκις ή ο Σαββόπουλος, παρότι ο Διονύσης ήταν εκείνος που με ξεκούνησε, με την ορμή της νεότητας, αν και την αρχή των πάντων στη δουλειά μου την εντοπίζω στο “Παραμύθι με τα χρώματα”», λέει ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, αναφερόμενος στο βιβλίο του τού 1976 (εκδ. Κέδρος).

Σήμερα, ο ζωγράφος συγκινείται από την προσπάθεια για δημιουργία των νέων εικαστικών. Αυτό που τον θυμώνει είναι η αποδοχή των στερεοτύπων, «η μη έρευνα όταν αποδεχόμαστε μιαν άποψη, μια θεωρία, μιαν ιδέα. Παράδοση δεν είναι η διαιώνιση των κλισέ. Την παράδοση χρειάζεται να τη φέρεις στο σήμερα, να την προσαρμόσεις», λέει ο Αλέξης Κυριτσόπουλος. «Νιώθω σαν τον Συρανό ντε Μπερζεράκ, έναν άσχημο που κρυβόταν πίσω από ωραία πράγματα...».

​​Αλέξης Κυριτσόπουλος, «Ζωγραφιές με παρέες. Σκιτσοσαββοπαιδοζωγραφιές». Γκαλερί Σκουφά. Σκουφά 4, Κολωνάκι. Εως 14 Απριλίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ