ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αγτζίδης: «Οσα γνωρίζουμε για την Ανατολή προήλθαν από βίωμα»

ΝΙΚΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην πρόσφατη έρευνα του οργανισμού διαΝΕΟσις, μια προσπάθεια να χαρτογραφηθούν οι αντιλήψεις και πεποιθήσεις των Ελλήνων, αναφέρθηκε στους συμμετέχοντες μία σειρά κοινωνικών ομάδων, ρωτώντας τους στη συνέχεια αν γι’ αυτούς αντιπροσωπεύουν κάτι «καλό» ή κάτι «κακό». Στην τελευταία θέση βρίσκονταν οι μουσουλμάνοι, με δύο στους τρεις Ελληνες να δηλώνουν πως τους βλέπουν κατεξοχήν αρνητικά. Σαφώς, η επανεμφάνιση των θρησκευτικών πολέμων και η εξάπλωση της ισλαμιστικής τρομοκρατίας σπιλώνουν σημαντικά την αντίληψη του Ελληνα για το Ισλάμ. Ωστόσο, σε ένα παρόν που η ισλαμοφοβία διογκώνεται, ο Βλάσης Αγτζίδης ανατρέχει για απαντήσεις στο παρελθόν. Με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Εμείς και το Ισλάμ», η «Κ» συζήτησε με τον ιστορικό για την ώσμωση του Ελληνισμού με τον μουσουλμανικό κόσμο, αλλά και τη σημασία της διαδραστικής αυτής συνάντησης στην επικοινωνία με τις σύγχρονες εκφάνσεις του Ισλάμ.

― Ποια είναι η ιδιαίτερη ιστορική σχέση του Ελληνισμού με το Ισλάμ, συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες στη Δύση;

― Oι Ελληνες βρέθηκαν στο σύνορο των δύο κόσμων από την εποχή κατά την οποία οι Αραβες βγήκαν από την Αραβική Χερσόνησο και μετατράπηκαν σε παγκόσμια δύναμη. Υπήρξαν οργανικό τμήμα της Ανατολής σε μια διαρκώς έντονη σχέση με το Ισλάμ από τον 7ο αιώνα μ.Χ., στην αρχή με το αραβικό και στη συνέχεια με το τουρκικό. Ιστορικά, η Ελλάδα πλήρωσε βαρύτατα τη γειτνίαση αυτή με πληθυσμιακό και εδαφικό περιορισμό. Ωστόσο, η ελληνική εμπειρία είναι μοναδική στον χώρο του δυτικού κόσμου, εφόσον είναι γνωστό ότι ο Ευρωπαίος λόγιος προσέγγιζε και προσεγγίζει το Ισλάμ από μια υπεροπτική θέση, που του την εξασφάλιζε η αποικιοκρατία. Με δυο λόγια, η ευρωπαϊκή γνώση για την Ανατολή χρησιμοποιήθηκε για την υποδούλωσή της, ενώ η ελληνική γνώση προήλθε από την ώσμωση και το βίωμα.

― Από την πλευρά του μουσουλμανικού κόσμου, πώς έχει καταγραφεί ιστορικά ο Ελληνισμός;

― Ο αραβικός μουσουλμανικός κόσμος πρωτοσυνάντησε τους Ελληνες μέσα από τους Βυζαντινούς, τους Ρωμαίους-Ρωμιούς, με τους οποίους πολέμησε για οκτώ αιώνες. Eτρεφαν γι’ αυτούς ιδιαίτερη εκτίμηση – στο 30ό κεφάλαιο του Κορανίου, ο Μωάμεθ το αφιερώνει στους ar-Rum ή al-Rum και προβλέπει τη νίκη τους κατά των πολυθεϊστών Περσών. Εξάλλου, κατά την πρώτη περίοδο της επέκτασης του Ισλάμ, οι Αραβες και οι Ελληνες συνυπήρξαν στις περιοχές που κατακτήθηκαν. Εχει αναγνωριστεί ότι οι Αραβες επηρεάστηκαν άμεσα στην αρχιτεκτονική, στα τεχνικά επαγγέλματα και στις καλές τέχνες, όπως είναι δεδομένο και το ότι οι Βυζαντινοί επηρέασαν αποφασιστικά την ισλαμική τέχνη.

― Το Βυζάντιο διαδέχθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλάζοντας τη δυναμική της σχέσης του Ελληνισμού με το Ισλάμ. Ποιες παρερμηνείες του Ισλάμ προκύπτουν από αυτή την αλλαγή;

― Πράγματι, η μεγάλη τομή στην ιστορία του Ισλάμ θα γίνει με την εμφάνιση και τον εξισλαμισμό των τουρκικών ομάδων. Με τη μαζική τους είσοδο στον ισλαμικό κόσμο θα εξισλαμιστούν πρωτίστως και στη συνέχεια θα κυριαρχήσουν. Η συνάντηση των Ελλήνων με το τουρκομανικό Ισλάμ ήταν τόσο καταλυτική και απόλυτη από τον 11ο αιώνα, που στη λαϊκή αντίληψη ο όρος «Τούρκος» ταυτίστηκε με τον όρο «Ισλάμ». Χαρακτηριστικά είναι τα περιστατικά που αναφέρονται στους ευρείς εξισλαμισμούς στην Κρήτη. Επειδή η προσέλευση ήταν μαζική, οι ιμάμηδες αρκούνταν στη φράση «Αϊντε, Τούρκος» για να επισημοποιήσουν τον εξισλαμισμό.

«Είμαστε, και σήμερα, στα (ρευστά) όρια των δύο κόσμων»

― Περνώντας, λοιπόν, στο σήμερα, πιστεύετε πως η ιδιαίτερη σχέση του Ελληνισμού με τον μουσουλμανικό κόσμο διατηρήθηκε στην πάροδο του χρόνου και εξακολουθεί να έχει ισχύ;

― Η συνάντηση του Ελληνισμού με τον μουσουλμανικό κόσμο δημιούργησε ενδιάμεσες μορφές που δεν μπόρεσαν να εκφραστούν πολιτικά, όμως τα ίχνη τους παραμένουν ακόμα ορατά. Τέτοια ίχνη είναι οι υπαρκτές ακόμα ελληνόγλωσσες μουσουλμανικές κοινότητες στην Τουρκία, είτε γηγενών (στην περιοχή του Πόντου) είτε επήλυδων, λόγω της Συνθήκης της Λωζάννης (Κρητικοί, Γιαννιώτες, Μακεδόνες-Βαλαάδες) ή μεταναστών (Κύπριοι). Ωστόσο, ιδιαίτερη σχέση διατηρήθηκε μόνο στις διασπορικές ελληνικές κοινότητες που ζούσαν σε μουσουλμανικές χώρες. Γενικά, η επαφή χάθηκε και επισκιάστηκε από την αντιπαλότητα, η οποία έλαβε τη μορφή των ελληνοτουρκικών συγκρούσεων. Ομως, ο ελληνικός κόσμος κατάφερε –έστω και με τα κατά καιρούς προβλήματα– να συνυπάρξει με ένα τμήμα του παλιού οθωμανικού πληθυσμού σε περιοχές της ελληνικής Θράκης, σε εποχές έθνους-κράτους και με κυριαρχία ελληνική.

― Πώς μπορεί λοιπόν η ιστορικά διαδραστική συνάντηση των Ελλήνων και των Αράβων να συμβάλει σήμερα στην επικοινωνία και στον διάλογο με το σύγχρονο Ισλάμ;

― Πιστεύω πως είναι αναγκαία η πλήρης κατανόηση του ισλαμικού φαινομένου από ιστορικής και κοινωνικής πλευράς, ώστε να διαμορφωθούν διαδικασίες που θα επιτρέψουν την ομαλή συμβίωση. Μέσω των μηχανισμών αναπαραγωγής της γνώσης, μέσα από την αταλάντευτη υποστήριξη των κατακτήσεων του Διαφωτισμού και της κοινωνίας των πολιτών, μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία και τμήματα ισλαμικών σπουδών στις θεολογικές σχολές, μέσα από την ανάπτυξη του διαθρησκευτικού και διαπολιτισμικού διαλόγου, θα πρέπει να ενισχυθεί η «άλλη ανάγνωση», διαμορφώνοντας παράλληλα ένα πεδίο επικοινωνίας και διαλόγου με τις προοδευτικές δυνάμεις που δρουν στον χώρο του Ισλάμ και αντιτίθενται στις φονταμενταλιστικές του ερμηνείες. Το Ισλάμ για τους Ελληνες –όπως και για τους Αρμένιους– δεν είναι ένας μακρινός πολιτισμός, αλλά ένας «άλλος» πολιτισμός, που λειτούργησε ως το πολιτικό και κοινωνικό τους πλαίσιο για εκατοντάδες χρόνια. Κατά συνέπεια, ο Ελληνας ερευνητής έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει με έναν ξεχωριστό τρόπο και να ανακαλύψει εκείνες τις γέφυρες που ομαλοποιούν τις σχέσεις και τοποθετούν τη θρησκευτική πίστη στον χώρο των μεταφυσικών και πνευματικών αναζητήσεων. Η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται στο σύνορο των δύο κόσμων, έστω και αν τα όρια δεν είναι συμπαγή και αδιάβατα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ