Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ενα κάποιο δέος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οταν ήμουν μικρός, η γιαγιά μου με πήρε μαζί της στην ακολουθία του Επιταφίου, σε εκκλησία στον Αγιο Στέφανο (τότε το λέγαμε Μπογιάτι). Θυμάμαι να μου δείχνει τον ανθοστολισμένο επιτάφιο και να μου λέει ότι μέσα εκεί βρίσκεται το σώμα του Χριστού.

Την πίστεψα. Δεν ήθελα και πολύ, είναι η αλήθεια. Δεν ήμουν αυτό που λένε αλαφροΐσκιωτος, αλλά ήμουν αφελής (νομίζω ακόμα είμαι) και, κυρίως, ήθελα τότε να πιστεύω σε τέτοια πράγματα: υπερβατικά, υπερφυσικά, υπεράνθρωπα.

Οση ώρα κρατούσε η λειτουργία, προτού ξεκινήσει η περιφορά (από την οποία δεν έχω καμία ανάμνηση), το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο σε αυτό το σκεύος όπου βρισκόταν, άκουσουν άκουσον, το σώμα του Υιού του Θεού.

Κάποιες στιγμές στρεφόμουν στον γυμνό σταυρό – ο εσταυρωμένος Ιησούς είχε αφαιρεθεί σε ανύποπτο χρόνο και δεν ήθελα να σκέφτομαι ότι μέσα στον επιτάφιο είχαν αποθέσει το ζωγραφιστό ομοίωμα, αλλά ότι μέσα εκεί βρισκόταν το ίδιο σώμα του Θεού. Βρισκόμουν τόσο κοντά με το υπερβατικό κι ωστόσο δεν μου επιτρεπόταν να το δω, να το κοιτάξω. Αυτό έχει μια θεολογική βάση, την οποία φυσικά αγνοούσα τότε: δεν μπορείς να κοιτάξεις κατάματα τον Θεό. Ούτε καν στον Μωυσή δεν επιτράπηκε κάτι τέτοιο.

Οταν είσαι παιδί, τέτοιες ιστορίες «γράφουν» μέσα σου με έναν περίεργο τρόπο κι ας έχει επέλθει η πλήρης απομάγευση καθώς μεγάλωσες. Σήμερα μου φαίνεται κάπως κωμικό όλο αυτό που βίωνα σε μια εκκλησία του Αγίου Στέφανου τη δεκαετία του ’70. Υπόψη, δεν είχε ακόμα προβληθεί ο «Ιησούς από τη Ναζαρέτ», η μοναδική αναπαράσταση που είχα από το θείο δράμα ήταν η τηλεοπτική μεταφορά του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», καθώς και τα μυθιστορήματα του Αλφρεντ Λόιντ Ντάγκλας από τις εκδόσεις «Αγκυρα». Το δέος όμως δεν έλεγε να με εγκαταλείψει παρότι μεγάλωνα σε ένα σπίτι με ελάχιστη θρησκευτική άσκηση.

Από τη Μεγάλη Πέμπτη έως και νωρίς το Μεγάλο Σάββατο βίωνα το Πάθος με την παιδική μου ματιά, με τον τρόπο του θεατή, του παρατηρητή, που εισέρχεται σε θάλαμο προσομοίωσης και πείθει τον εαυτό του ότι ζει αυτό που ζει για πρώτη του φορά. Ολο αυτό έπαψε προ των πυλών της εφηβείας. Τότε πια ό,τι δέος είχα μέσα μου άρχισε να ξοδεύεται στη θέα των κοριτσιών.

Θα στεναχωρήσω τους πιστούς αλλά εκείνη η αρχική, παιδική μου κατάσταση, δεν είχε να κάνει με λατρεία ούτε με αγάπη προς το πρόσωπο του Χριστού. Ηταν μια ανεπαίσθητη, φευγαλέα αίσθηση μιας πραγματικότητας που με συνάρπαζε διότι με ξεπερνούσε, με υπερέβαινε. Η τρομακτική ιδέα της ανάστασης – η οποία, βέβαια, προϋποθέτει την απόλυτη φρίκη του θανάτου.

«Μα δεν βλέπετε ότι και εσείς και εγώ έχουμε ζήσει πολλούς θανάτους;» ρωτά η ψυχαναλύτρια Φρανσουάζ Ντολτό. Οντως. Το μικρό παιδί της δεκαετίας του ’70 αγνοούσε ότι όλο αυτό το δράμα δεν ανήκε μόνον στο Θεό αλλά κυρίως στους θνητούς, στον κάθε θνητό που ξέρει ότι φέρει μέσα του το τέλος του και καθημερινά παλεύει με αυτή τη γνώση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ