Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Δέκα μικροί και κουρασμένοι ξένοι (Κ)

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ο χιούμορ που δεσμεύεται κομματικά παύει να είναι χιούμορ; Από τη στιγμή που ο Λάκης Λαζόπουλος συνδέθηκε άμεσα με ένα κόμμα, «έκαψε» και τη δυνατότητά του να σατιρίζει την καθημερινότητα, να τροφοδοτεί χαρακτήρες, να επεξεργάζεται απρόσκοπτα τα μηνύματα των καιρών; Η απάντηση είναι εύκολη. Παρακολουθώντας την επιστροφή των «10 μικρών Μήτσων», βλέπει κανείς τις ιδεολογικές αγκυλώσεις μέσα στις οποίες βαριανασαίνουν οι τόσο δημοφιλείς στο παρελθόν χαρακτήρες. Βλέπει τον στενό κορσέ της αυτολογοκρισίας. Διακρίνει και μια αναιμική προσπάθεια να μην είναι τόσο έκδηλη η αναφανδόν κυβερνητική στήριξη, να προστεθούν και ρινίσματα εκατέρωθεν κριτικής. Για παράδειγμα, όταν ο αστυνόμος Φευγουλέας παίρνει άνωθεν εντολή να εφαρμόσει «πρόγραμμα εξοικείωσης με τους αναρχικούς». Δηλαδή, αναρωτιέται, «θα πηγαίνω με έναν αναρχικό σε μια ψαροταβέρνα και θα τον κατανοώ;». Ή όταν το ζεύγος Μήτσος - Ελενίτσα κάνει την κλήρωση του μήνα για να δει ποιο λογαριασμό θα πληρώσει, καθώς «με τον μισθό που μας δίνει ο Τσίπρας φτάνει να ζήσουμε μόνο 12 μέρες». Βέβαια, κάθε κάπως αντικυβερνητική ατάκα είναι σαν ένα ελαφρύ, παιγνιώδες, μπατσάκι. Μοιάζει με κλείσιμο ματιού, χάνοντας τη σαρκαστική ευστοχία της.

Από τη στιγμή που ο Λάκης Λαζόπουλος μετατράπηκε σε κήρυκα φθηνής προπαγάνδας («Αλ Τσαντίρι»), έχασε ένα μεγάλο μέρος του πολυποίκιλου κοινού του, απευθυνόμενος κυρίως στους πάσης φύσεως «αγανακτισμένους». Ομως οι Μήτσοι έχουν αφήσει εποχή στην ελληνική τηλεόραση, γι’ αυτό και η επιστροφή τους ύστερα από 17 χρόνια είχε υψηλή τηλεθέαση και, ενδεχομένως, και προσδοκίες. Τότε, είχαν κατορθώσει να αποδώσουν τον νεοέλληνα μικροαστό - νεόπλουτο, τις διαφορετικές αλλά σαν συγκοινωνούντα δοχεία περσόνες του, το ανατροφοδοτούμενο κενό τού «πάμε πλατεία».

Τώρα; Ερημιά. Ολοι και όλα είναι αλλού: το χιούμορ, εμείς, οι Μήτσοι, ο Λαζόπουλος.

Οι Μήτσοι μεγάλωσαν, πλαδάρεψαν, έχασαν τη φόρα τους, το κεντρί τους, το σχήμα τους. Κινούνται με κεκτημένη ταχύτητα, σαν ρεπλίκες που αγωνίζονται να μιμηθούν τον πρωτότυπο, παρελθόντα, εαυτό τους. Δεν μπορούν. Ο βαθύς διχασμός της ελληνικής κοινωνίας (ο Λάκης Λαζόπουλος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτόν) απαιτεί σάτιρα υπερκομματική, που να επενδύει σε μια ματιά οξυδερκή, πλουραλιστική, απρόσμενη και, κυρίως, αδέσμευτη. Απαιτεί απόσταση και παρατήρηση, ώστε η διόγκωση της ανεπάρκειας, του ελαττώματος, του λάθους, η γκροτέσκα εκδοχή της πραγματικότητας να έχει και «θεραπευτικό» χαρακτήρα. Οπως συμβαίνει με το γέλιο.

Ο μισαλλόδοξος και εθνικολαϊκιστικός δημόσιος λόγος («Αλ Τσαντίρι») δεν είχε καμία σχέση με τη σάτιρα. Ο άλλοτε προικισμένος καλλιτέχνης άδειασε το ρεζερβουάρ της έμπνευσής του, επιλέγοντας ρόλο αντιμνημονιακού διαφημιστή, χολερικού δικαστή, μεροληπτικού κριτή.

Ο Λαζόπουλος και οι Μήτσοι, το 2018, είναι ξένοι μεταξύ τους. Δεν αρκούν το μακιγιάζ, η περούκα και το ύφος για να τους αναστήσει. Χρειάζεται να αφουγκράζεται κανείς την κοινωνία. Ούτε σημαίνει ότι συντονίζεται μαζί της αν προσθέσει στα κείμενα λίγη ψυχανάλυση, αναφορές στο Facebook ή στα ηρεμιστικά, στο «τάξιμπιπ» ή στη Novartis.

Οι Μήτσοι έχασαν την αυτοτέλεια και την ανεξιθρησκία τους. Αναπαράγεται το κέλυφος, με περιεχόμενο που πιέζεται να μην είναι μπροσούρα, αλλά ξεχειλίζει από στερεότυπα και ιδεολογήματα. Η Πλούσια, σε αυτήν την περίπτωση, «τιμωρείται» σηκώνοντας το βάρος μιας απεχθούς τάξης. Οχι ενός ξεκαρδιστικού εξαντρίκ σουσουδισμού – όπως ήταν στην προηγούμενη εκδοχή της. Τώρα, ο εμπνευστής της δεν μπορεί ούτε χιούμορ να κάνει με τη συνθήκη της ζωής της. Την κρίνει, απλώς, και την κατακρίνει. Ο διδακτισμός κοχλάζει κάτω από κάθε χαρακτήρα, με μόνη, ίσως, εξαίρεση τη Μάνα. Κοιτώντας και τους 10 Μήτσους στα μάτια, βλέπει κανείς την κούραση. Ούτε σπιρτάδα, ούτε ανατροπή, ούτε σαρκασμό. Κενό και αγωνία να ξαναστηθεί στα πόδια της μια αδιαμφισβήτητη, μεγάλη, επιτυχία του παρελθόντος. Δεν είναι ιδεολογικό το πρόβλημα. Αν συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί με τις απόψεις του Λαζόπουλου. Είναι που οι Μήτσοι μοιάζει να επιστρατεύθηκαν. Να βρίσκονται σε εντεταλμένη υπηρεσία.

Η Μάνα Μήτση ποτέ δεν μπήκε στον 21ο αιώνα. Και είναι ίσως αυτή η πιο ειλικρινής ατάκα από την πρεμιέρα της σειράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ