ΒΙΒΛΙΟ

Η αφήγηση ως μια κοσμογονία κλειστού δωματίου

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΛΙΖΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΥ
Τεχνικές κολύμβησης
εκδ. Αντίποδες, σελ. 158

Η παιδική ηλικία είναι ο παράδεισος χωρίς το μήλο, η αισιοδοξία πριν από την ήττα. Δεν υπάρχει πλοκή μέχρι την πτώση, σκέφτεται η ηρωίδα του μυθιστορήματος. Μέχρι η Εύα να φάει το μήλο δεν υπάρχει παρά σκέτος παράδεισος και στον παράδεισο τίποτα δεν συμβαίνει, όπως λέει ο Γκρεγκ Τζάκσον στους «Ασωτους» (εκδ. Αντίποδες, μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς). Αναβιώνοντας τον βραδυκίνητο χρόνο της παιδικής ηλικίας, η Ελίζα Παναγιωτάτου (γενν. 1984) καταβυθίζεται σε μια γλώσσα υπερλογική, όπου εγκαταβιώνουν απίθανα πλάσματα του ζωικού βασιλείου, θρύλοι, παραμύθια, δράκοι και πάλλευκες παρθένες, βατράχια και πρίγκιπες, καθώς και μοναχικά κορίτσια, έγκλειστα σε διαμερίσματα και κουζίνες. Τη φαντασμαγορική, επιδεικτικά φαντασιόπληκτη, γραφή διαστίζει ο σαρκασμός που περιγελά την πολυθρύλητη ευφορία της παιδικότητας, τα αθετημένα της θαύματα.

«Η κατασκευή της αθωότητας όταν η μνήμη ανασυνθέτει την παιδική ηλικία είναι απαραίτητη ως αντίβαρο σε ό,τι ακολουθεί». Η επίπλαστη, παροδική αθωότητα είναι ο χρόνος «χωρίς πληγές, αίματα και φιλιά». Οταν η αφηγήτρια επιστρέφει στην αρχή του βιωμένου της χρόνου είναι προ πολλού πληγωμένη, ματωμένη και φιλημένη.

Σαν να ήταν και πάλι ονειροπαρμένη ξαναπαίρνει τον δρόμο για «πέρα», ξέροντας πως δεν θα βρει ούτε παράδεισο ούτε κόλαση, ούτε Εδέμ, «ούτε τέρατα ούτε φωτιές ούτε καζάνια», «μόνο κενό». Ανακαλώντας τις τεχνικές κολύμβησης που είχε κάποτε επινοήσει για να διαπλεύσει έναν κόσμο ρυμοτομημένο από υπόγειους διαδρόμους, γκρεμούς και αβύσσους, διαπιστώνει τη ματαιοπονία του κόπου, καθώς όλες της οι στρατηγικές αποδείχθηκαν αλυσιτελείς. Οσο και αν άπλωνε το σώμα της μέσα στη ρευστή, πηχτή πραγματικότητα, εκείνη πάντοτε τη στένευε. Κάποια στιγμή αποφάσισε «πως το τόσο λίγο δεν μπορεί να είναι αρκετό» και βάλθηκε να τακτοποιήσει καλύτερα τον κόσμο. Την τακτοποίηση ανέλαβε η φαντασία, περιορίζοντας τη δικαιοδοσία της λογικής, που με τον καιρό πολεμούσε κάθε παραμυθητικό μυστήριο. Σε κρυφούς θυλάκους που καταργούσαν την πραγματικότητα, ο κόσμος φτιαχνόταν ξανά, κατονομαζόταν με λέξεις τις οποίες πρόφεραν παιδικά χείλη σαν να κράδαιναν σκήπτρα και μαγικά ραβδιά.

Η αφήγηση αποδύεται σε μια κοσμογονία κλειστού δωματίου. Η ημιτελής ενηλικίωση, εξ ορισμού περιοριστική θεματική, μετατρέπεται σε τόλμημα της γλώσσας. Δοκιμάζοντας γλωσσικές ελευθερίες που συνήθως τη δικαιώνουν, η συγγραφέας μεταφέρει στη γραφή της το παράπονο για όλα τα θαυμαστά και ανέφικτα που μας στερεί ο ανέμπνευστος ορθολογισμός της ενηλικότητας. Οταν ο κόσμος μοιάζει υπερβολικά άγριος, σαν «παντού να έχει μοιράσει μαχαίρια», η ηρωίδα βουτά στις ονειροφαντασίες και στις φρεναπάτες των παραμυθιών. Μπορεί ο χρόνος να γελοιοποιεί στο πέρασμά του τα παραμύθια, αλλά σε κάθε αληθινή ιστορία υπάρχει χώρος και γι’ αυτά.

Μετά κάθε ματαίωση απομένει μία ακόμα ψευδαίσθηση να ματαιωθεί. Μεγαλώνοντας χτίζουμε μέσα μας τόπους μυστικούς και απαραβίαστους, διαπερατούς από τη μαγεία. Ακόμα και σε έναν καλά τακτοποιημένο κόσμο, ολότελα παραδομένο στη λογική, τα πλάσματα της φαντασίας βρίσκουν τον δρόμο της επιστροφής σε αυτόν.

Αντίρροπες ζωές

Η ιστορία της Παναγιωτάτου παλινδρομεί ανάμεσα στις αντίρροπες ζωές δύο κοριτσιών, ανάμεσα στον έρωτα και στην απώλεια, ανάμεσα στο τετριμμένο και στο φανταστικό, ανάμεσα σε κουζίνες και ανείκαστα στερεώματα. Βέβαια, η ισορροπία δεν είναι πάντα επιτυχής, καθώς πολλές σελίδες παρασύρονται από τη μονοτονία της καθημερινότητας και παγιδεύονται στον ακύμαντο ρυθμό της. Παρ’ όλα αυτά, το βλέμμα της συγγραφέως επιμένει να αναζητεί την έκπληξη και το σάστισμα, να λαχταρά για τη στιγμή που το αναμενόμενο υποσκελίζεται από το αναπάντεχο. Και αυτή η λαχτάρα να αποπλανηθεί η πραγματικότητα χαρίζει στο αφηγηματικό ύφος μια ξεχωριστή, αξιοπρόσεκτη ποιότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ