ΒΙΒΛΙΟ

Νίκος Γκάτσος: «Κάθε του τραγούδι ένα σύμπαν ξεχωριστό»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Από την παρουσίαση της «Επιστροφής» (1970), απόντος του Χατζιδάκι, ο οποίος έλειπε σε ταξίδι στην Αμερική. Από αριστερά: Δήμος Μούτσης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, Νίκος Γκάτσος, Δήμητρα Γαλάνη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Δεν έχω πάει ποτέ στην Αμοργό. Φοβάμαι το ύψος στα νησιά». Η Αγαθή Δημητρούκα έχει παραγγείλει τον τρίτο καφέ στο μπαρ των Εξαρχείων όπου με περιμένει. Με έναν μαθητή και συνεργάτη της, τον Αρη Μάραντο, δουλεύουν πάνω σε έναν νέο κύκλο τραγουδιών – χαρτιά, φάκελοι, σημειώσεις είναι απλωμένα στο τραπέζι. Μου μιλάει με τη σιγουριά του έμπειρου γραφιά και την εξάντληση εκείνου που έχει να διαχειριστεί την καθημερινότητα, τη μετάφραση, το γράψιμο, τη διδασκαλία και, πάνω απ’ όλα, την κληρονομιά του Νίκου Γκάτσου, αυτό το μαγικό αρχείο καταγραφής του 20ού αιώνα.

«Δεν νιώθω ότι αναμετριέμαι με το έργο του Νίκου», απαντά όταν τη ρωτώ πώς είναι να έρχεσαι σε τόσο κοντινή επαφή με μια τόσο σπουδαία παρακαταθήκη, όπως είναι τα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου, που μόλις εκδόθηκαν σε νέα, αναθεωρημένη έκδοση από τον Πατάκη. «Από το ’74, οπότε και αλληλογραφούσαμε ή μιλούσαμε στο τηλέφωνο, όσο ήμουν ακόμα στο Μεσολόγγι, ένιωθα ότι βαδίζουμε στην ίδια κατεύθυνση. Είχαμε τις ίδιες ανησυχίες για τον αιώνα μας, μελετούσαμε τα ίδια πράγματα. Διάβασα κι εγώ πολύ Σολωμό στη δική μου ερημιά», αφηγείται η Αγαθή Δημητρούκα. «Το ’75, οπότε τελικώς γνωριστήκαμε στην Αθήνα, άρχισε το μεγάλο μου ταξίδι δίπλα του. Από εκείνον έμαθα, εκείνον έμαθα. Με δίδαξε ζωή και ποίηση», συμπληρώνει.

Τα περίπου 17 χρόνια που συνδέθηκαν, η Αγαθή Δημητρούκα έμαθε να αναγνωρίζει και να ξεκλειδώνει όλα τα μυστικά του τραγουδιού, του περιεχομένου και του μέτρου του. Σήμερα, 26 χρόνια μετά τον θάνατό του (1911-1992), έχει την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που βυθίστηκε στο έργο του Νίκου Γκάτσου και μπορεί πλέον, τουλάχιστον το κομμάτι των τραγουδιών, να το παραδώσει σε οριστική έκδοση, χωρίς σχολιασμούς και φιλολογικές αναλύσεις. «Φτάνοντας σήμερα στα 60, νιώθω ότι πρέπει να βάλω μία οριστική τάξη στην κληρονομιά του Νίκου. Να παραδώσω οριστικές εκδόσεις – το οφείλω στους αναγνώστες, στους συγγραφείς, στους μουσικούς, στους ερευνητές. Ισως, μέσα σε τρία χρόνια, που θα είμαι 63, όσο ήταν εκείνος όταν τον γνώρισα, να καταφέρω να ολοκληρώσω οριστικές εκδόσεις όλου του έργου του», μου διηγείται η Αγαθή Δημητρούκα.

Η παρούσα οριστική έκδοση των τραγουδιών του Νίκου Γκάτσου ήταν μία οδύσσεια για την κληρονόμο τους. Δεν ήταν μόνον ότι το υλικό έπρεπε να μπει σε χρονολογική σειρά, σε σειρά πρώτης εκτέλεσης και σε κύκλους τραγουδιών, όταν βεβαίως μιλάμε για τα δισκογραφημένα τραγούδια του (περίπου 360) και όχι για τα αδισκογράφητα (περίπου 100). Ταυτόχρονα, η Αγαθή Δημητρούκα έπρεπε να ακούσει τις πρώτες εκτελέσεις, να τις συγκρίνει με το χειρόγραφο του Γκάτσου και, όπου κρινόταν απαραίτητο, να κάνει διορθώσεις. Οταν κάτι στην πρώτη εκτέλεση δεν μπορούσε να ακουστεί σωστά, έπρεπε η ίδια να προστρέξει στο στούντιο, ώστε να «καθαρίσει» η φωνή. Η επιμελήτρια του τόμου προσθέτει κάτι ενδιαφέρον: «Το παράξενο είναι ότι ο κόσμος θεωρεί ότι, για να γνωρίζει τόσα τραγούδια του Γκάτσου, ο ποιητής θα είχε γράψει εκατοντάδες ή χιλιάδες τραγούδια. Κι όμως, ανήκει σε εκείνους που γνωρίζουμε σχεδόν το σύνολο του έργου τους».

Η μέθοδός του

«Ηταν προσιτός άνθρωπος. Βέβαια, από μακριά φαινόταν βλοσυρός και απλησίαστος. Συμβαίνει με πολλούς ανθρώπους αυτό. Είχε γενικώς ήσυχη μέρα. Ξυπνούσαμε το πρωί, πίναμε καφέ, πέφταμε με τα μούτρα στη δουλειά. Ο Νίκος, ενίοτε, περνούσε το πρωί στο τηλέφωνο, μιλώντας με συγγενείς και φίλους. Το μεσημέρι τρώγαμε κάπου έξω και το απόγευμα εκείνος επέστρεφε στα γραπτά του. Δούλευε, κυρίως, πάνω σε μελωδίες. Οταν κολλούσε σε ένα τραγούδι, δούλευε ένα άλλο που είχε αρχίσει και αργότερα επέστρεφε στο πρώτο. Ακούγεται χαοτικό, αλλά δεν ήταν. Είχε πάντοτε ένα στόχο, να χτίσει έναν συγκεκριμένο κόσμο. Και έμπαινε σ’ αυτόν», διηγείται η Αγαθή Δημητρούκα.

«Καμιά φορά, λέω, ευτυχώς που δεν ζει τον τωρινό εφιάλτη»

Πολλά μεσημέρια, μετά το φαγητό, ο Γκάτσος είχε ραντεβού με τον Χατζιδάκι, ο οποίος πάντοτε έφτανε πολύ αργοπορημένα, όπως θυμάται η Αγαθή Δημητρούκα. «Κάποια φορά, όταν είχαμε πια απαυδήσει με την αργοπορία του Μάνου, του λέω: “Βάζω στοίχημα ότι θα σ’ τον φέρω στο πιτς φιτίλι”. Καλώ αμέσως στο τηλέφωνο τον Χατζιδάκι: “Κύριε Χατζιδάκι, ελάτε γρήγορα, γιατί θα φύγω από τον βλαχοτριπολιτσιώτη, δεν τον αντέχω άλλο”. “Οχι, Αγαθή μου, μην το κάνεις. Τουλάχιστον όχι μέχρι να έρθω εγώ”. Ε, σε λίγα λεπτά ήταν παρών στο ραντεβού μας».

Η Αγαθή Δημητρούκα θυμάται ότι έως περίπου το 1988 ο Νίκος Γκάτσος ήταν πολύ παραγωγικός. «Δεν πηγαίναμε σε πάρτι. Θέατρο και σινεμά μόνη μου πήγαινα. Από το ’88 και μετά ήταν εμφανής η φθορά του. Εξακολουθούσε, όμως, να ζει στον συμπαγή του κόσμο. Δεν έχασε, ασφαλώς, ποτέ το χιούμορ του. Οταν αρρώστησε, πήρε τη μάνα μου τηλέφωνο: “Αρρώστησα, κυρία Χρυσαυγή μου, διότι ο Αγγελικόπουλος ξεχώρισε από τον δίσκο το τραγούδι της Αγαθής”. “Καλά, κύριε Νίκο, γι’ αυτό αρρωστήσατε; Αφήστε τη να χαρεί” – και γελούσαμε», θυμάται η Αγαθή Δημητρούκα, αναφερόμενη στον δίσκο «Αντικατοπτρισμοί» του Χατζιδάκι και στην «Προσευχή του ακροβάτη» που είχε γράψει η ίδια.

«Ενιαίο έργο»

Η ένωση στίχου και μελωδίας, το ενιαίο και αδιάσπαστο του τραγουδιού, είναι αυτό που η Αγαθή Δημητρούκα θέλει να διαφυλάξει. Μάλιστα, στον πρόλογό της θέτει ρητά ότι «οι δισκογραφημένοι στίχοι δεν προσφέρονται για εκ νέου μελοποίηση». Οπως, επίσης ρητά, λέει η ίδια, «με αυτή την οριστική έκδοση βάζω τέρμα στους... συναισθηματισμούς προς τρίτους. Τα τραγούδια του Γκάτσου είναι ενιαίο έργο».

Αυτή η κληρονομιά του Νίκου Γκάτσου μεταφέρεται με αυτόν τον τόμο. Ο αιώνας του, ο επόμενος, η Ασέα της Τρίπολης που τον γέννησε και τον ξαναϋποδέχθηκε, η Αθήνα και τα μυθικά του στέκια, οι ξένες γλώσσες και η δική του, οι συνθέτες και οι ερμηνευτές, όλα αφηγούνται τον κόσμο του Νίκου Γκάτσου: την ευτυχία και τους εφιάλτες του, εκείνα που έζησε και εκείνα που ίσως δεν πρόλαβε – «καμιά φορά, λέω, ευτυχώς που δεν ζει τον τωρινό εφιάλτη», αναφέρει η Αγαθή Δημητρούκα.

Ο Νίκος Γκάτσος κατέγραψε τον ελληνικό 20ό αιώνα. «Ηταν ένας οδυνηρός αιώνας. Ο αιώνας των αντιθέσεων και των αντιφάσεων, του φωτός και του σκότους. Αυτόν τον αιώνα έζησε ο Νίκος. Φοβόταν και έπαιρνε θάρρος ταυτόχρονα», ακούω την Αγαθή Δημητρούκα να αφηγείται. «Εβρισκε το φως στην τέχνη του, του έδινε τη σοφία, την καρτερικότητα αλλά και την απαισιοδοξία. Σαν όλους τους ποιητές, βίωνε έναν οδυνηρό 20ό αιώνα, με τα σκοτάδια του: πολέμους, ορφάνια, φόβο για το μέλλον. Θυμηθείτε την “Ελλαδογραφία”: Χτυπάτε της οργής προφήτες/καμπάνα στην Καισαριανή/ να ’ρθούν απόψε οι Διστομίτες/να ’ρθούν κι οι Καλαβρυτινοί/με σπαραγμό κι απελπισία/για τη χαμένη τους θυσία».

Ισως αυτόν τον αιώνα χαρτογράφησε ο Νίκος Γκάτσος. Με χάρτινο φεγγαράκι και αστέρι του Βοριά· με τη δική του μυθολογία και τρεις κοπέλες απ’ τη Θήβα· με το ματωμένο φεγγάρι και το πανηγύρι των άστρων· με τη Μεγάλη Παρασκευή και τα δώδεκα τρελά παιδιά· με τον τσάμικο και το μελαγχολικό εμβατήριο· με την Παναγία των Πατησίων και τον Τσε Γκεβάρα· με την πόλκα των Εβραίων της Πράγας και μια νύχτα στον Κολωνό· με το ρεμπέτικο, το δίχτυ και τη μάνα Ελλάδα· με τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο, τον Λοΐζο, την Καραΐνδρου, τον Μούτση, τον Κηλαηδόνη, τον Χατζηνάσιο. Την Νταντωνάκη, τη Φαραντούρη, τη Μούσχουρη, τον Μπιθικώτση, τη Μοσχολιού, τη Βουγιουκλάκη, τον Νταλάρα, τον Μητσιά, τη Γαλάνη, τη Βενετσάνου, τη Ροδά, τον Λέκκα.

«Σκηνοθετούσε έναν κόσμο, κάθε τραγούδι ήταν ένα ξεχωριστό σύμπαν. Ηταν ένας τροβαδούρος σε όλο του το έργο. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η “Αμοργός” δεν είναι ξεχωριστό έργο – δεν έχουμε, δηλαδή, τον Γκάτσο της “Αμοργού” και εκείνον των τραγουδιών. Οπως βλέπετε, έχω βάλει μότο στο τόμο των τραγουδιών στίχο από την “Αμοργό”: « [...] βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα», μου λέει η Αγαθή Δημητρούκα. «Είχε την ευφυΐα να αντιληφθεί ότι η ποίηση μπορεί να ξαναβρεί τον ρυθμό της».

​​Το βιβλίο «Νίκος Γκάτσος. Ολα τα τραγούδια», σε επιμέλεια της Αγαθής Δημητρούκα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ