Τη δεκαετία του ’80, οι γειτονιές από την πλατεία Βάθη και τον Άγιο Παντελεήμονα μέχρι τα Πατήσια έσφυζαν από ζωή. Σήμερα η καθημερινότητα παραμένει έντονη.
Ασιατικά και αφρικανικά εστιατόρια, μικρά ανακαινισμένα καταστήματα με λογιών λογιών προϊόντα, κυρίως από χώρες της Ασίας, ανοιχτά μέχρι αργά και τα Σαββατοκύριακα. Πίσω στο ’80, οι γιαγιάδες και οι παππούδες, ακολουθώντας τα παιδιά τους, άφηναν τα χωριά για να στοιβαχτούν στα διαμερίσματα της πρωτεύουσας. Τις Κυριακές, μαζί με τα εγγόνια, πήγαιναν στην εκκλησία. Σήμερα η περιοχή βιώνει παρόμοιες εικόνες, μόνο που οι εκκλησίες αφορούν –και– διαφορετικές θρησκείες ή δόγματα. Ένα τετράγωνο από τη Μεγάλη Στοά των Τεκτόνων στην οδό Αχαρνών, οι μουσουλμάνοι κατεβαίνουν στο υπόγειο, άτυπο τζαμί. Απέναντι από τον Άγιο Παντελεήμονα, Αφρικανοί της Αθήνας τραγουδούν και χορεύουν, με όλες τους τις δυνάμεις, τις μουσικές προσευχές γκόσπελ.

Κυριακή πρωί. Από τις πολυκατοικίες της Κυψέλης και της πλατείας Αμερικής καλλονές της Μαύρης Ηπείρου εμφανίζονται στον δρόμο φιγουράροντας τις καμπύλες τους, τις οποίες τονίζουν φορώντας υφάσματα με μοτίβα της χώρας τους. Τυλίγουν τα κοτσιδάκια τους σε εξωτικά τουρμπάνια, αναδεικνύοντας το φως στα σοκολατένια πρόσωπά τους. Φορέματα μακριά οι μεγαλύτερες, κοντά οι νεότερες,
τακούνια ψηλά και μακιγιάζ. Οι άντρες φαίνονται σαν να βγήκαν από ποταμόπλοιο της Νέας Ορλεάνης, με λουστρίνια, μπερέ και σικ κοστούμι. Με τα χαριτωμένα παιδιά τους μπαίνουν μπουλούκια στα αυτοκίνητα για να πάνε στην πεντηκοστιανή εκκλησία, ένα πρώην κατάστημα που μοιάζει να ήταν κάποτε κέντρο λαϊκής διασκέδασης. Η μεγάλη πινακίδα απέξω αναγράφει «Εξιλεωμένη Χριστιανική εκκλησία του Θεού». Στην κατάμεστη αίθουσα, δύο άντρες με γραβάτα υποδέχονται τον κόσμο. Μια αίσθηση φιλικότητας και αληθινής φιλοξενίας «απλώνεται» στον ιερό χώρο, που κλείνει επτά χρόνια από την ίδρυσή του.

Ο κομψός πάτερ Τζον από τη Νιγηρία κηρύσσει συνοδευόμενος από τη μουσική μπάντα, περιτριγυρισμένος από λουλούδια και σημαίες των χωρών καταγωγής των πιστών, που αγκαλιάζουν τη γαλανόλευκη. 

Ψηλά, αντί για αγιογραφίες, πάνω σε μια οθόνη προβάλλονται εικόνες με αγγέλους και στίχους προσευχών, ώστε όλοι να τραγουδούν διαβάζοντάς τους. Άνθρωποι από το Κονγκό, τη Νιγηρία, την Κένυα, την Αιθιοπία, την Γκάνα, τις Φιλιππίνες, όπως και Έλληνες που παντρεύτηκαν Νιγηριανές, με τη Βίβλο στις παλάμες, κλείνουν τα μάτια και τραγουδούν μέσα από την καρδιά τους. Η μπάντα αλλάζει συχνά μέλη – αποτελείται από οικογένειες. Στo «πάλκο» της Αγίας Τράπεζας τραγουδούν δοξάζοντας τον Θεό. Μια μητέρα στο μικρόφωνο, ένα αγόρι στα ντραμς, τα αδέρφια παίζουν μπάσο και πλήκτρα, οι ξαδέρφες χορεύουν χτυπώντας το ντέφι, ο πατέρας στα φωνητικά. 

Προσεύχονται για ό,τι χρειάζονται. Φτάνουν στην αποδοχή, στη συγχώρεση, στην κάθαρση. Κάποιοι δακρύζουν, κάποιοι κλαίνε, γελάνε. Χορεύοντας φτάνουν σε έκσταση. Παραμιλούν. Οι ανεμιστήρες δροσίζουν τη ζεστή, νοτισμένη ατμόσφαιρα της κατάνυξης. Γυναίκες και άντρες παραδίδονται στον ρυθμό, ο χρόνος μοιάζει ανύπαρκτος. Η ένταση φτάνει με γλυκύτητα στο ζενίθ όταν θυμούνται τις μητρικές τους γλώσσες. Το μόνο που ξεχωρίζουμε μέσα στα όλο και πιο μελωδικά, πιο ρυθμικά γιουρούμπα, ίμπο και αμχαρικά γκόσπελ είναι το «Αμήν». Θαρρεί κανείς ότι βρίσκεται σε κάποια γειτονιά του Χάρλεμ ή σε μια καλοφτιαγμένη καλύβα ενός ανέγγιχτου χωριού κάποιας φυλής. Όμως, έξω από την πόρτα η Αθήνα προσπαθεί να ξυπνήσει. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ