ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κίνα και ΗΠΑ εμφανίζονται διατεθειμένες να διαπραγματευθούν

REUTERS

Ευτυχώς πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας και τις πολεμικές κορώνες των τελευταίων ημερών έχει αρχίσει να λειτουργεί η διπλωματία, γεγονός που εξηγεί και την ανάκαμψη της Wall Street την Πέμπτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΗΠΑ, Κίνα

Μπορεί τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης να υιοθέτησαν χθες έναν πολεμοχαρή τόνο, ωστόσο από την Τετάρτη έχουν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Αυτό δείχνει ότι οι δύο κυβερνήσεις έχουν τη διάθεση να προσπαθήσουν να αποφύγουν έναν ανοικτό εμπορικό πόλεμο.

Η Κίνα δεν έχει ποτέ υποχωρήσει σε εξωτερικές πιέσεις, ήταν η βασική «γραμμή» δεκάδων κύριων άρθρων και απόψεων που δημοσιεύθηκαν χθες στα κινεζικά κρατικά ΜΜΕ. Η επίσημη εφημερίδα του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος, η «Λαϊκή Ημερησία», υποστηρίζει ότι η ανακοίνωση αντιμέτρων από το Πεκίνο, 11 ώρες αφότου είχε ανακοινώσει η αμερικανική κυβέρνηση τους δικούς της δασμούς, κατέλαβε εξαπίνης την Ουάσιγκτον. «Η πεποίθηση πως (η Κίνα) θα κερδίσει τον εμπορικό πόλεμο εδράζεται στο ότι η κινεζική καταναλωτική αγορά είναι μεγάλη», διαβεβαιώνει η εφημερίδα τούς αναγνώστες της. Το επίσημο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua μετέδιδε από το βράδυ της Τετάρτης ότι θα κοστίσει «ακριβά» στις ΗΠΑ η πρόθεση για επιβάλουν δασμούς στις κινεζικές εξαγωγές. «Η Κίνα δεν θα φοβηθεί ούτε θα υποχωρήσει αν είναι αναπόφευκτος ο εμπορικός πόλεμος. Η χώρα δεν έχει ποτέ υποκύψει σε εξωτερικές πιέσεις και δεν πρόκειται να υποκύψει ούτε αυτήν τη φορά», αναφέρει το Xinhua.

Διπλωματία

Ευτυχώς πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας έχει αρχίσει να λειτουργεί η διπλωματία, γεγονός που εξηγεί και τη θεαματική ανάκαμψη της Wall Street την Πέμπτη. Ο Κινέζος πρεσβευτής στις ΗΠΑ Σούι Τιανκάι συναντήθηκε χθες με τον Τζον Σάλιβαν, υπηρεσιακό υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ μέχρι να εγκριθεί ο διορισμός του Μάικ Πομπέο από το Κογκρέσο. Ο Σούι μετέφερε στον Σάλιβαν ότι η Ουάσιγκτον «θα πρέπει να εγκαταλείψει το συντομότερο δυνατόν τον οικονομικό προστατευτισμό» και «να επιλύσει τις διαφωνίες με την Κίνα, μέσω διαλόγου και διαπραγματεύσεων». Ο Σάλιβαν «επανέλαβε την ανάγκη να αποκατασταθούν η δικαιοσύνη και η ισορροπία». Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Κινέζος πρεσβευτής «συμφώνησε πως θα εξακολουθήσει να υπάρχει στενή επικοινωνία γι’ αυτά αλλά και για άλλα διμερή, περιφερειακά και παγκόσμια ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος».

Wall Street

Η επανάληψη των διμερών επαφών έπειτα από αρκετές ημέρες πολεμοχαρούς ρητορικής μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνο συνέβαλε ουσιαστικά στη θεματική ανάκαμψη της Wall Street την Πέμπτη και των ευρωπαϊκών και ασιατικών χρηματιστηρίων την Παρασκευή. Ο Dow Jones είχε κλείσει την Πέμπτη με άνοδο 0,96%, ενώ αρχικά υποχωρούσε μέχρι και 1,7%. Ο S&P 500 είχε φτάσει να υποχωρεί κατά 1,5%, για να κλείσει τελικά με κέρδη 1,2%, ενώ και ο Nasdaq είχε καλύψει απώλειες 2% για να κλείσει με άνοδο 1,45%. Την Παρασκευή, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx Europe 600 ενισχυόταν το απόγευμα κατά 1,96% και στο χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης ο δείκτης DAX ενισχυόταν κατά 2,29%.

Ο «άσος» του Πεκίνου

Μπορεί το Πεκίνο να αντέδρασε πολύ γρήγορα στους δασμούς των ΗΠΑ, ύψους 50 δισ. δολαρίων, ωστόσο μέχρι τώρα οι Κινέζοι αξιωματούχοι δεν έχουν τολμήσει να βάλουν στο στόχαστρό τους το προϊόν που εισάγουν περισσότερο από κάθε άλλο: τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Η Κίνα διακρατούσε στα τέλη Ιανουαρίου αμερικανικά κρατικά ομόλογα ύψους 1,17 τρισ. δολ., ποσό που την καθιστά τον μεγαλύτερο ξένο πιστωτή της αμερικανικής κυβέρνησης. Ενδεχόμενη μαζική πώληση αμερικανικών κρατικών ομολόγων από το Πεκίνο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό πρόβλημα στις ΗΠΑ και σε όσους έχουν επενδύσει σε αμερικανικά ομόλογα. Ωστόσο, την Τετάρτη ο Κινέζος αναπληρωτής ΥΠΟΙΚ είχε δηλώσει πως η Κίνα είναι υπεύθυνος επενδυτής και πως θα διαφυλάξει την αξία των συναλλαγματικών της αποθεμάτων. Ο Τζέφρι Γκούντλαχ, διευθύνων σύμβουλος της DoubleLine Capital, δήλωσε στο Reuters πως η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης τα αμερικανικά ομόλογα που διαθέτει, αλλά μόνο στην περίπτωση που δεν τα πουλήσει. «Είναι πιο αποτελεσματική ως απειλή. Αν πουλήσουν, δεν θα μπορούν να απειλούν», είπε.

Στους χαμένους της σύγκρουσης, Tesla, BMW, Mercedes

Οι αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες εξάγουν περίπου 270.000 οχήματα στην Κίνα τον χρόνο και ο εμπορικός πόλεμος αναμένεται να τις πλήξει. Το τίμημα θα είναι, όμως, ιδιαίτερα βαρύ για την καινοτόμo αυτοκινητοβιομηχανία Tesla. Θα πληγούν επίσης, αλλά σαφώς λιγότερο, οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες Mercedes και BMW, καθώς και ο αγροτικός τομέας των ΗΠΑ.

Οπως επισημαίνει στο αμερικανικό δίκτυο CNBC ο Μπράιαν Τζόνσον, αναλυτής της Barclays, η Κίνα αποτελεί πολύ σημαντική αγορά για τα αυτοκίνητα των Ford, General Motors και Chrysler, αλλά οι τρεις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες του Ντιτρόιτ είναι καλά προστατευμένες. Εχουν δημιουργήσει κοινοπραξίες με κινεζικές εταιρείες και παράγουν εντός της Κίνας, που σημαίνει πως μεγάλο μέρος της παραγωγής τους δεν υπόκειται σε δασμούς. Η General Motors, για παράδειγμα, συναρμολογεί στην Κίνα την πλειονότητα των οχημάτων που προωθεί στην κινεζική αγορά. Στον αντίποδα βρίσκεται η Tesla, που δεν παράγει στην Κίνα αλλά εξάγει τα οχήματά της. Αυτό σημαίνει ότι όσοι Κινέζοι ενδιαφέρονται για τα οχήματά της πρέπει να καταβάλουν τίμημα αυξημένο από τους δασμούς κατά 50%. Αυτό θα ισχύσει αν τελικά το Πεκίνο υλοποιήσει τις εξαγγελίες του και αυξήσει τους δασμούς στο 50% από το 25% που ισχύει σήμερα για τα εισαγόμενα αυτοκίνητα. Με τα σημερινά δεδομένα, ένα αυτοκίνητο τύπου Model S κοστίζει 94.000 δολάρια όταν πωλείται στην αμερικανική αγορά, αλλά η τιμή του ιδίου οχήματος στην Κίνα φθάνει στα 148.000 δολάρια. Αν αυξηθούν οι δασμοί, η τιμή του θα αυξηθεί αναλόγως.

Η εν λόγω αυτοκινητοβιομηχανία έχει διαμαρτυρηθεί, μέσω του Ελον Μασκ, για το υφιστάμενο καθεστώς των εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, το οποίο και έχει χαρακτηρίσει αθέμιτο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Εξάγει μεγάλο αριθμό οχημάτων στην Κίνα. Σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η Κίνα είναι η δεύτερη μετά τις ΗΠΑ μεγαλύτερη αγορά για τα αυτοκίνητα της Telsa. Την περασμένη χρονιά τα έσοδά της από τη Κίνα ανήλθαν σε 2 δισ. δολάρια, όταν στις ΗΠΑ ήταν 6 δισ. δολάρια και μόλις 1 δισ. δολάρια στη Νορβηγία. Ο Ελον Μασκ έχει, άλλωστε, δηλώσει ότι εξετάζει την προοπτική ανέγερσης εργοστασίου της Tesla την Κίνα. Παραδόξως, πάντως, οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες θα είναι το αμέσως επόμενο θύμα του εμπορικού πολέμου, καθώς εξάγουν στην Κίνα μέσω ΗΠΑ.

Η Mercedes-Benz, για παράδειγμα, εξάγει τα οχήματά της μέσω της μονάδας που διατηρεί στην Αλαμπάμα των ΗΠΑ και η BMW μέσω της μονάδας της στη Νότια Καρολίνα. Γενικότερα, πάντως, οι δύο γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες κινδυνεύουν πολύ λιγότερο από την Tesla. Περίπου το 12% με 13% των μοντέλων Model S και X της Tesla εξάγεται στην Κίνα, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά της Mercedes και της BMW δεν υπερβαίνουν το 2% και το 4%, αντιστοίχως.

Ισχυρό πλήγμα αναμένεται να δεχθεί η Boeing

Στους μεγάλους χαμένους του εμπορικού πολέμου συγκαταλέγεται η αεροναυπηγική βιομηχανία των ΗΠΑ. Οι δασμοί που ανακοίνωσε το Πεκίνο στις εισαγωγές αεροσκαφών θα πλήξουν την General Dynamics Corp και κυρίως την Boeing. Την περασμένη χρονιά, το 25% των παραγγελιών που έκλεισε η Boeing προοριζόταν για την Κίνα. Εξίσου σημαντικό αναμένεται να είναι το πλήγμα για τον αγροτικό τομέα των ΗΠΑ και για πολιτείες όπως η Αϊόβα και το Τέξας, οι οποίες βασίζονται στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων. Οι δασμοί που αποφάσισε να επιβάλει το Πεκίνο στις εισαγωγές σόγιας, κατεψυγμένου κρέατος και βαμβακιού θα ανακόψουν τις εξαγωγές αυτών των πολιτειών. Σύμφωνα με τον Τζέιμι Ντίμον, διευθύνοντα σύμβουλο της JPMorgan Chase, ο εμπορικός πόλεμος θα πλήξει την παγκόσμια οικονομία, ενώ η διευθέτηση των «σοβαρών εμπορικών προβλημάτων» θα αποβεί σε όφελος τόσο των ΗΠΑ όσο και του υπόλοιπου κόσμου. Σε επιστολή του που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, ο Ντίμον τονίζει πως πολλές από τις καταγγελίες της Ουάσιγκτον είναι βάσιμες, καθώς «τα εμπόδια στο εμπόριο συχνά είναι αθέμιτα, γίνεται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και πολλές φορές οι επενδυτικές ευκαιρίες δεν είναι ίδιες για όλους σε πολλές χώρες». Μολονότι έχει στηρίξει τις επιλογές τού Ντόναλντ Τραμπ σε άλλα θέματα, ο Ντίμον εκφράζει την έντονη διαφωνία του για την επιβολή δασμών. Επισημαίνει, ειδικότερα, ότι οι δασμοί «ανοίγουν το κουτί της Πανδώρας και δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα». Ανάμεσα στα νέα προβλήματα που διαβλέπει είναι ένα ισχυρό πλήγμα στην ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και στις επενδύσεις στις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τον Ντίμον, μπορεί να αποτελεί φυσική αντίδραση «να υψώνει κανείς τείχη» σε περιόδους αναταραχής, αλλά οι ΗΠΑ πρέπει να παραμείνουν στενά συνδεδεμένες με την παγκόσμια κοινότητα και την παγκόσμια οικονομία περισσότερο από ποτέ άλλοτε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ