ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΙΛΙΩΤΗΣ*

Η επιτροπή της Βουλής για τη Novartis και ο «φυσικός» δικαστής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από τον συνδυασμό των παραγράφων 1-3 του άρθρου 86 Σ προκύπτει σαφώς ότι για μεν τα αδικήματα που φέρεται να τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων των μελών της κυβέρνησης και των υφυπουργών την αποκλειστική αρμοδιότητα έχει η Βουλή, για δε τα αδικήματα που δεν τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων των εν λόγω προσώπων αποκλειστικά αρμόδια είναι τα όργανα της Δικαιοσύνης, όπως η δικαιοδοσία και οι αρμοδιότητές τους καθορίζονται από το Σύνταγμα και τους νόμους, κυρίως τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Με τα παραπάνω οριοθετείται σαφώς από το Σύνταγμα η δικαιοδοσία εκάστου οργάνου, τα οποία λόγω του ότι ασκούν δικαστικές και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες εμπίπτουν στην έννοια του «φυσικού» δικαστή του άρθρου 8 Σ. Κατά συνέπεια, τα όσα ακούγονται τον τελευταίο καιρό από την πλευρά της κυβερνητικής πλειοψηφίας ότι η Βουλή είναι τάχα αναρμόδια να ελέγξει τα παραπάνω αδικήματα και ότι αρμόδιος είναι ο «φυσικός δικαστής» είναι και αβάσιμα και αποπροσανατολιστικά και δεν αποδίδουν το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος, εφόσον για τα παραπάνω αδικήματα στο μέτρο που αφορούν τη δίωξη, ανάκριση, προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση η Βουλή είναι ο «φυσικός» δικαστής. Συνεπώς, η Ολομέλεια της Βουλής με την απόφασή της να συστήσει την ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διερεύνηση τυχόν τέλεσης των αδικημάτων που φέρεται ότι τελέστηκαν κατά την πρόταση των κυβερνητικών βουλευτών απεφάνθη ότι η Βουλή έχει τη σχετική αρμοδιότητα. Συνεπώς, η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή δεσμεύεται από την εντολή που έχει από την Ολομέλεια να διερευνήσει τυχόν τέλεση των φερομένων αδικημάτων για τα εγκαλούμενα πρόσωπα.

Στην από 12-2-2018 πρόταση του συνόλου των μελών των κοινοβουλευτικών ομάδων ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρεται ότι υπάρχουν ενδείξεις τελέσεως των αδικημάτων της απιστίας και της παθητικής δωροδοκίας για 8 πρώην υπουργούς και 2 πρώην πρωθυπουργούς, τα οποία, κατά την πρόταση, φέρεται να τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επίσης, επισημαίνεται ότι υφίστανται ενδείξεις τελέσεως του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο κατόπιν των δικαστικών αποφάσεων στις υποθέσεις Τσοχατζόπουλου και Μαντέλη, θεωρείται αδίκημα που δεν εμπίπτει σε αυτά που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων μελών της κυβέρνησης, κατά συνέπεια η διερεύνηση τέλεσής του και η εκδίκασή του εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης. Θέμα, λοιπόν, επιστροφής της δικογραφίας στη Δικαιοσύνη, όπως πάλι αβάσιμα και αποπροσανατολιστικά κάποιοι διατείνονται, δεν τίθεται, διότι η μεν Δικαιοσύνη διά των αρμοδίων εισαγγελέων συνεχίζει να διερευνά ως έχει δικαιοδοσία, αρμοδιότητα και καθήκον, εάν υπάρχουν ενδείξεις τέλεσης του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τυχόν άλλων αδικημάτων που δεν εμπίπτουν σε αυτά που τελούνται κατά την άσκηση των υπουργικών ή πρωθυπουργικών καθηκόντων, για τα λοιπά αδικήματα που εμπίπτουν στα τελευταία αποκλειστικά αρμόδια είναι η Βουλή να διερευνήσει τυχόν τέλεσή τους. Από το ίδιο κείμενο προκύπτει, όμως, όπως ρητά επισημαίνεται, ότι τα παραπάνω αδικήματα έχουν υποπέσει στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86 παρ. 3 υποπαρ. 2 Σ, κατά συνέπεια και κατά την ίδια την πρόταση δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην πρόταση με βάση την οποία αποφασίστηκε η σύσταση της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής. Τι εξυπηρετεί, λοιπόν, η όψιμη απόφανση περί παραγραφής, όταν οι ίδιοι οι κυβερνητικοί βουλευτές είχαν και γνώση και συνείδηση ότι τα φερόμενα αδικήματα έχουν υποπέσει προ πολλού σε αυτήν; Είναι πρόδηλο, λοιπόν, ότι οι βουλευτές που συνυπέγραψαν την πρόταση και στη συνέχεια ψήφισαν υπέρ της σύστασης της Επιτροπής για τα ίδια αδικήματα, αντιφάσκουν με τον ίδιο τους τον εαυτό κατά τρόπο θεσμικά ανεπίτρεπτο, εάν θεωρούν τώρα ότι η Επιτροπή είναι αναρμόδια. Απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα, ο όλος χειρισμός του θέματος από την κυβερνητική πλειοψηφία αποτελεί μνημείο προχειρότητας και προσπάθειας αντλήσεως μικροκομματικών ωφελημάτων μέσω σπίλωσης πολιτικών της αντιπάλων, σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για την πορεία των εθνικών μας θεμάτων, που η εθνική ομοψυχία και η συνοχή είναι περισσότερο απαραίτητες από ποτέ.

* Επίκουρος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ