ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το καλοκαίρι του 1969, περίπου πεντακόσιες χιλιάδες άνθρωποι κατάφεραν να αλλάξουν τον κόσμο με ειρήνη, κατανόηση, αλληλεγγύη, ανοχή, αγάπη και μουσική. Το όνειρο μιας γενιάς έγινε πραγματικότητα, αλλά διήρκεσε μόνο τρεις μέρες ήταν στις 15, 16 και 17 Αυγούστου στο Γούντστοκ της πολιτείας της Νέας Υόρκης.

Εκεί, υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες και κακή οργάνωση, έλαβε μέρος ένα από τα σημαντικότερα μουσικά –και όχι μόνο– γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας.

Εστω για λίγο, αυτό το μισό εκατομμύριο νέων πέτυχε να ζήσει αρμονικά απέναντι σε κάθε πρόβλημα: τη λάσπη από την καταρρακτώδη βροχή, τα κακής ποιότητας ναρκωτικά, τον ελλιπή εξοπλισμό για κάθε ανάγκη, και να δημιουργήσει το «Eθνος του Γούντστοκ», όπως πολλοί το αποκάλεσαν.

Μια ευρύτερη πνευματική τάση

Το Γούντστοκ μπορεί να σφράγισε τη δεκαετία του ’60, –και για πολλούς ήταν η τελευταία μεγαλοπρεπής πράξη του κινήματος των «παιδιών των λουλουδιών»– αλλά θα μπορούσε κανείς να ταυτίσει τις απαρχές του με τη γέννηση του Rock ’n’ Roll όταν ο Elvis ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι «That’s all right Mama» και ο Bill Hailey ανέβασε στο νούμερο ένα το «Rock around the clock». Από τότε η δύναμη αυτής της μουσικής πήγαινε παράλληλα ή και αγκάλιαζε κάθε καινούργιο καλλιτεχνικό, λογοτεχνικό, κοινωνικό ή και πολιτικό ρεύμα. Φυσικά, λοιπόν, έγινε ο ήχος και η φωνή διαμαρτυρίας σε έναν κόσμο που άλλαζε και που απαιτούσε ελευθερία έκφρασης, ισότητα, δικαιοσύνη, και προ πάντων ειρήνη. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν ο προφανής στόχος των περισσότερων κινημάτων, αλλά και η υποστήριξη αγώνων όπως για τα δικαιώματα των μαύρων και των μειονοτήτων και την ισότητα των γυναικών.

Οι καλλιτέχνες από τη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ, με βάση το Σαν Φρανσίσκο, αγαπήθηκαν από τους χίπηδες που είχαν τη δική τους κοσμοθεωρία για μια ζωή αντισυμβατική και ανεξάρτητη. Η ιδεολογία τους βρήκε σύμμαχο και στήριγμα σε φιγούρες όπως ο καθηγητής Timothy Leary που υποστήριζε ότι ουσίες όπως το LSD απελευθερώνουν το μυαλό του ανθρώπου και τον οδηγούν σε μια καλύτερη κοινωνία. Σύντομα, τα ναρκωτικά που διαρκώς εξελίσσονταν, έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ροκ κουλτούρας.


Στο Γούντστοκ με το Φολκσβάγκεν ζωγραφισμένο στο στυλ της εποχής.

Από την άλλη, αυτή η γενιά που την καλούσαν να πάει στον πόλεμο από τα 18, και δεν είχε δικαίωμα ψήφου έως τα 21, ένωσε τη φωνή της με τα τραγούδια του Bob Dylan, της Joan Baez και άλλων δημιουργών τραγουδιών διαμαρτυρίας καθώς και των Who ή των Beatles που είχαν «εισβάλει» μαζί με άλλους από τη Βρετανία. Με την πάροδο του χρόνου, το αντιμιλιταριστικό ρεύμα μεγάλωνε αντίστοιχα με τις απώλειες και τα έξοδα του πολέμου. Παράλληλα, αυξανόταν και ο κατάλογος των καλλιτεχνών που συντάσσονταν στο αντιπολεμικό ρεύμα. Από τα μέσα της δεκαετίας άρχισαν να διοργανώνονται όλο και μεγαλύτερα φεστιβάλ, πρώτα από τα δυτικά. Το αμερικανικό σύστημα αμφισβητείται σφόδρα και το Rock ’n’ Roll γίνεται το βασικό όχημα επικοινωνίας μιας νέας γενιάς. Ετσι φτάνουμε στο 1967 και στο «καλοκαίρι της αγάπης» με κέντρο πάλι το Σαν Φρανσίσκο με εκατοντάδες χιλιάδες να διαδηλώνουν κατά του πολέμου. Την ίδια χρονιά, πραγματοποιήθηκε το μεγάλο φεστιβάλ στο Μοντερέι, ενώ την επόμενη έγιναν δύο σημαντικά στο Μαϊάμι της Ανατολικής Ακτής.

Η δύσκολη διοργάνωση του θρυλικού φεστιβάλ

Το Γούντστοκ ήταν αρκετά χρόνια πριν από το 1969 πόλος έλξης ανερχόμενων καλλιτεχνών, μποέμ νεολαίας, συγγραφέων και μουσικών. Ο Bob Dylan ήταν εξοικειωμένος με την περιοχή λόγω του μάνατζέρ του, Albert Grossman, στην κοντινή περιοχή Bearsville και σύντομα απέκτησε δικό του σπίτι. Λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν και οι Tim Hardin και Richie Havens. Επίσης, οι Joan Baez, Peter Yarrow, Janis Joplin και Jimi Hendrix έγιναν τακτικοί επισκέπτες της περιοχής εξαιτίας των ηχογραφήσεων στο Bearsville Studio του Grossman. Ηδη, η μαγιά για μια μουσική συνάντηση είχε δημιουργηθεί στην περιοχή. Αρκούσε κάποιοι να τη διοργανώσουν και να δώσουν μια μορφή ενός φεστιβάλ με χαρακτήρα καινοτόμο που θα αντικατόπτριζε τις ιδέες και το όραμα της γενιάς τους.

Οι διοργανωτές, λοιπόν, ο μουσικός παραγωγός Michael Lang, 24 ετών, ο συνομήλικός του John Roberts και οι Artie Kornfeld και Joel Rosenman νοίκιασαν μια τεράστια φάρμα από τον εβραϊκής καταγωγής γαλακτοπαραγωγό Max Yasgur, και άρχισαν τις προετοιμασίες για τις «Τρεις ημέρες ειρήνης και μουσικής» όπως ήταν το βασικό σύνθημα, που δέσποζε και στην υπέροχη αφίσα που σχεδίασε ο συγγραφέας Ira Arnold. Συνεργεία από νέους άρχισαν να διαμορφώνουν τους χώρους και να στήνουν τη σκηνή, έργα που μέχρι την παραμονή του φεστιβάλ ήταν ημιτελή. Το πολύχρωμο τσουνάμι των εκδρομέων με τα παράξενα ρούχα, το σήμα της ειρήνης, ινδικά φορέματα, τα χαϊμαλιά, τις μπαντάνες και τα τατουάζ, από την πρώτη κιόλας μέρα κατέστρεψε τις ούτως ή άλλως κακές υποδομές σίτισης, νερού, και λοιπών αναγκών. Αλλά τι σημασία είχαν αυτά μπροστά στο ότι αυτοί οι άνθρωποι ένιωθαν να βρίσκονται στον κήπο της Εδέμ με μουσική και ποίηση. Σε έναν επίγειο παράδεισο που δημιουργήθηκε στα καταπράσινα λιβάδια του Μπέθελ, κοντά στο χωριό Γούντστοκ. Χρειάστηκε βέβαια στη διάρκεια των ημερών κάποιος ανεφοδιασμός, που έγινε και με ελικόπτερα προκειμένου να διατηρηθεί το ειρηνικό κλίμα συμβίωσης.


«Τρεις μέρες ειρήνης και μουσικής» ήταν το σύνθημα του φεστιβάλ.

Η μεγάλη γιορτή αυτής της γενιάς της αμφισβήτησης, της σεξουαλικής επανάστασης, της ανατροπής του συντηρητισμού, της ροκ μουσικής αλλά και της μαριχουάνας, άρχισε κανονικά στις 5.07΄ το απόγευμα της Παρασκευής 15 Αυγούστου με τον Richie Havens στη σκηνή. Ο Ινδός Sri Swami Satchidananda που ακολούθησε κάλεσε τους θεατές να σεβαστούν την εκδήλωση, γιατί όλοι ήταν υπεύθυνοι για την επιτυχία του φεστιβάλ, που θα έδειχνε σε όλο τον κόσμο τι μπορούσε να προσφέρει η αμερικανική νεολαία στην ανθρωπότητα.

Οι στιγμές και οι μέρες που ακολούθησαν χάρισαν στους συγκεντρωμένους αλλά και στην Ιστορία, ανεπανάληπτες εμφανίσεις και ερμηνείες από θρυλικούς καλλιτέχνες. Joan Baez, Tim Hardin, Janis Joplin, Santana, Joe Cocker, Crosby - Stills - Nash and Young, Country Joe McDonald, Melanie, Ravi Sankar, John Sebastian, The Incredible String Band, Canned Heat, Grateful Dead, Mountain, Creedence Clearwater Revival, Sly and the Family Stone, The Who, Jefferson Airplane, Ten Years After, The Band, Blood Sweat and Tears κ.ά. Ο Jimi Hendrix έκλεισε το φεστιβάλ, στο ξημέρωμα της τέταρτης μέρας, της Δευτέρας 18 Αυγούστου. Ο μάνατζέρ του επέμεινε να είναι ο τελευταίος, και έτσι έπαιξε μόνο σε σαράντα χιλιάδες θεατές που είχαν απομείνει. Εδωσε, όμως, μια συγκλονιστική ερμηνεία στο The Star - Spangled Banner, τον εθνικό αμερικανικό ύμνο.

Ωστόσο, υπήρξαν και ηχηρές απουσίες, δικαιολογημένες και μη· Bob Dylan, Beatles, Rolling Stones, Led Zeppelin, Doors είναι μερικές από αυτές.

Αθάνατο αποτύπωμα στο βινύλιο και στο σελιλόιντ

Κατά τη διάρκεια του τριήμερου φεστιβάλ δύο άτομα έχασαν τη ζωή τους (από δυστύχημα και υπερβολική δόση ηρωίνης), ενώ δύο μωρά γεννήθηκαν πρόωρα. Οι διοργανωτές έχασαν περίπου δύο εκατομμύρια δολάρια, που τα ξανακέρδισαν τα επόμενα χρόνια από τις πωλήσεις του άλμπουμ και τη βραβευμένη ταινία «Woodstock». Στην ομάδα του κινηματογραφικού συνεργείου ήταν και ο Martin Scorsese με επικεφαλής τον σκηνοθέτη Michael Wadleigh. Οπως αφηγείται, οι συνθήκες και γι’ αυτούς ήταν εξαιρετικά δύσκολες, καθώς οι ροκ συναυλίες και σε τέτοια έκταση εκείνη την εποχή δεν ήταν καθόλου συνηθισμένες. Η ιδέα του Wadleigh να μοιράσει την οθόνη σε παράλληλες δράσεις αποδείχθηκε μοναδική για να μπορέσει να συλλάβει κανείς όσο πιο πιστά μπορούσε την ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Αξίζει να τονίσουμε την άποψη του Scorsese, ότι το Γούντστοκ δεν θα είχε αφήσει το ίδιο δυνατό αποτύπωμα έως τις μέρες μας και γι’ αυτές που θα έρθουν χωρίς την ταινία που το κρατά πάντα ζωντανό.


Η Τζάνις Τζόπλιν, μία από τις εμβληματικές παρουσίες του Γούντστοκ.

Στην Ελλάδα, η προβολή του φιλμ υπήρξε επεισοδιακή. Την τελευταία Κυριακή του Νοεμβρίου 1970, η κοσμοσυρροή στο Παλλάς όπου γινόταν η επίσημη πρεμιέρα ήταν πρωτοφανής. Δύο χιλιάδες μέσα στην αίθουσα και άλλες τρεις χιλιάδες που περίμεναν να μπουν! Φυσικά, δεν χωρούσαν και τα σοβαρά προβλήματα δεν άργησαν, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί η δεύτερη προβολή. Η αστυνομία έκανε 13 προσαγωγές και ο Michael Wadleigh που είχε φτάσει στην Αθήνα για τη βραδιά αυτή, δεν στάθηκε δυνατόν να μιλήσει, αλλά γνώρισε την αποθέωση από το πλήθος. Τελικά, η προβολή επαναλήφθηκε έπειτα από λίγες εβδομάδες με τον εκπρόσωπο της χουντικής κυβέρνησης Γεωργαλά να δηλώνει: «Οι νέοι του Γούντστοκ είναι δυστυχείς. Πασχίζουν να εκφράσουν με τη μουσική, την ψυχική τρικυμία τους». Η εποχή του Υδροχόου, μόλις είχε ανατείλει στο Γούντστοκ. Σε εκείνες τις τρεις μέρες όσοι βρέθηκαν εκεί, έζησαν την ουτοπία. Μια κατάσταση γλυκιάς μέθης που περιγράφει μοναδικά η Joni Mitchell στο τραγούδι της: «Οταν φτάσαμε στο Γούντστοκ/Ημασταν μισό εκατομμύριο και βάλε/Και παντού άκουγες τραγούδια, μια γιορτή/Ονειρεύτηκα τις βόμβες που έπεφταν από τα αεροπλάνα/Πεταλούδες να γίνονται πάνω από τη χώρα μας/Είμαστε αστερόσκονη, είμαστε χρυσαφένιοι/Και πρέπει να γυρίσουμε στον κήπο της Εδέμ».

* Ο κ. Ξενοφών Ραράκος είναι μουσικός παραγωγός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ