ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι προειδοποιήσεις οικονομολόγων και διεθνών οργανισμών για τους κινδύνους ενός εμπορικού πολέμου πέφτουν στο κενό και οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου ανταλλάσσουν πυρά, αιφνιδιάζοντας τους αναλυτές και προκαλώντας κραδασμούς στις αγορές. Ουάσιγκτον και Πεκίνο κλιμάκωσαν αυτήν την εβδομάδα τον μεταξύ τους εμπορικό πόλεμο που εγκαινίασε ο Αμερικανός πρόεδρος περίπου πριν από τρεις εβδομάδες. Το διακύβευμα αυτού του εμπορικού πολέμου φαίνεται να μην περιορίζεται στα 375 δισ. δολάρια, στα οποία ανέρχεται το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ από τις συναλλαγές με την Κίνα, αλλά να αφορά την παγκόσμια κυριαρχία στην οικονομία. Το «πυρηνικό όπλο» της Κίνας είναι το δυσθεώρητο χρέος των ΗΠΑ που διακρατεί και το οποίο αυξήθηκε το περασμένο έτος κατά 126,5 δισ. δολάρια, φτάνοντας πλέον στο 1,18 τρισ. δολάρια. Αν αποφασίσει να το χρησιμοποιήσει μειώνοντας τα αμερικανικά ομόλογα στο χαρτοφυλάκιό της, μπορεί να δυσχεράνει τον δανεισμό της Ουάσιγκτον.

Με υπεροπλία στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, η Ουάσιγκτον εντάσσει το εργαλείο των δασμών στη στρατηγική της να ανακόψει την ανοδική πορεία του Πεκίνου προς την κυριαρχία στην υψηλή τεχνολογία, στη βιομηχανία του Διαστήματος, στα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα και στη βιοτεχνολογία. Πρόκειται για το φιλόδοξο σχέδιο του Πεκίνου «Made in China 2025», που απειλεί την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, όπως ομολόγησε προ ημερών ο Αμερικανός εκπρόσωπος Εμπορίου Ρόμπερτ Λαϊτχάιζερ. Γι’ αυτό και ο δεύτερος γύρος δασμών που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ θέτει στο στόχαστρο τομείς όπως ο βιομηχανικός εξοπλισμός και η πυρηνική τεχνολογία, ο εξοπλισμός ιατρείων και χειρουργείων, οι φαρμακοβιομηχανίες και οι χημικές βιομηχανίες, τα εξαρτήματα αεροσκαφών αλλά και οι επίπεδες οθόνες τηλεοράσεων. Η στόχευση ίσως αποδειχθεί εύστοχη, καθώς η Κίνα έχει μεν προλάβει να αναδειχθεί παγκόσμια δύναμη στον τομέα της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά εξακολουθεί να υστερεί σε σύγκριση με την υπερδύναμη, που κυριαρχεί στους περισσότερους από τους τομείς της τεχνολογίας. Εχοντας διαπιστώσει την ανησυχία των αμερικανικών βιομηχανιών, η Ουάσιγκτον επέλεξε να μην επιβάλει δασμούς σε δημοφιλή καταναλωτικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Απέφυγε να επιβάλει δασμούς στα κινητά της Apple ή στους φορητούς υπολογιστές της Dell που παράγονται στην Κίνα, προκειμένου να μην πλήξει αυτές τις αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, αλλά και τους Αμερικανούς καταναλωτές. Οικονομικοί αναλυτές όπως ο Λούις Κούιτζ της Oxford Ecoomics υπογραμμίζουν πως, όταν ο Τραμπ θέτει στο στόχαστρό του το σχέδιο «Made in China 2025», πλήττει την Κίνα πολύ περισσότερο απ’ όταν επιβάλλει δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα ή πλυντηρίων.

Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο πλήττει τις βιομηχανίες των ΗΠΑ με μεγάλη εξάρτηση από τις εξαγωγές τους στην Κίνα. Επιβάλλοντας δασμούς στις εισαγωγές αμερικανικών αεροσκαφών, στοχεύει στην General Dynamics Corp και στην Boeing, καθώς την περασμένη χρονιά πάνω από το 25% των παραγγελιών που έκλεισε η αμερικανική αεροναυπηγική βιομηχανία προοριζόταν για την Κίνα. Το ίδιο ισχύει για τους δασμούς στα αμερικανικά αυτοκίνητα που θα πλήξουν την καινοτόμο βιομηχανία ηλεκτρικών αυτοκινήτων της Tesla Ford Motor. Αναλυτές όπως ο Κάρστεν Φριτς της Commerzbank χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη επιλογή του Πεκίνου «παράγοντα που θα αλλάξει το παιχνίδι».

Το Πεκίνο προσπαθεί να πλήξει τις πολιτείες που ψήφισαν Τραμπ

Κοινή διαπίστωση των οικονομικών αναλυτών τείνει να είναι ότι η Κίνα μετέρχεται κυρίως πολιτικά όπλα στον εμπορικό πόλεμο, καθώς επιχειρεί να γονατίσει οικονομικά τις πολιτείες που ψήφισαν τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι Μάικλ Μαρτίνα και Ντέιβιντ Λόουντερ, αναλυτές του Reuters, επισημαίνουν ότι το Πεκίνο επέβαλε δασμούς σε αγροτικά προϊόντα των ΗΠΑ, όπως η σόγια, το κατεψυγμένο μοσχαρίσιο κρέας και το βαμβάκι, στην παραγωγή δηλαδή πολιτειών όπως η Αϊόβα και το Τέξας που υποστήριξαν τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2016. Είναι ενδεικτικό ότι προ ημερών ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Αϊόβα Τζόνι Ερνστ τόνισε ότι ο αγροτικός κόσμος των ΗΠΑ δυσκολεύεται να επιβιώσει και «αν αυξηθούν οι δασμοί, θα πληγούν οι παραγωγοί και θα υπονομευθεί η αγροτική οικονομία».

Παράλληλα, ο Γκρεγκ Ιπ, οικονομικός αναλυτής της Wall Street Journal, εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον είναι πιο ευάλωτη από πολιτικής απόψεως, ακριβώς επειδή το Πεκίνο επιλέγει να στοχεύσει σε γεωγραφικές περιοχές των ΗΠΑ με μεγάλη εξάρτηση από τις εξαγωγές. Σύμφωνα, πάντως, με τον εν λόγω αναλυτή, το Πεκίνο είναι πιο ευάλωτο από αμιγώς οικονομικής απόψεως. Επισημαίνει ειδικότερα τη μεγάλη εξάρτηση της κινεζικής οικονομίας από τις εξαγωγές στις ΗΠΑ. Μολονότι η εκτίμησή του φαίνεται εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον να συνάδει με την κοινή λογική, δεν συμμερίζονται την άποψή του αρκετοί αναλυτές που θεωρούν ότι η Κίνα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Ο Ντέιβιντ Φίκλινγκ, αναλυτής του Bloomberg, επισημαίνει ότι η Κίνα εισάγει από τις ΗΠΑ κυρίως τα λεγόμενα «ενδιάμεσα αγαθά», όπως αεροσκάφη, αυτοκίνητα και πλαστικά αλλά και σόγια. Εκτιμά έτσι πως το κόστος που μπορούν να επιφέρουν τα αντίποινα της Κίνας σε αυτά τα προϊόντα θα πλήξει σημαντικό αριθμό αμερικανικών βιομηχανιών σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής. Και στο τέλος θα φτάσει, βέβαια, στις τσέπες των Αμερικανών καταναλωτών. Ο ίδιος αναλυτής επισημαίνει πως το ένα τέταρτο των προϊόντων της αμερικανικής βιομηχανίας μικροεπεξεργαστών καταλήγει στην Κίνα. Για την Κίνα, όμως, οι αμερικανικοί μικροεπεξεργαστές αντιπροσωπεύουν μόνον το 3,8% των συνολικών εισαγωγών της στο είδος. Η Κίνα απορροφά, άλλωστε, πάνω από το 60% των αμερικανικών εξαγωγών σόγιας, που αντιπροσωπεύουν μόνον το 12% της κατανάλωσής της, καθώς έχει εναλλακτικούς προμηθευτές όπως τη Βραζιλία. Σε ό,τι αφορά το ποιος από τους δύο μονομάχους είναι περισσότερο ευάλωτος στις πολιτικές παρενέργειες ενός εμπορικού πολέμου, ο ίδιος αναλυτής υπογραμμίζει ότι τα αυταρχικά καθεστώτα δεν προβληματίζονται τόσο για τη λαϊκή δυσφορία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ