ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Το άγγιγμα του Θεού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Το νόημα του κόσμου πρέπει να βρίσκεται έξω από αυτόν. Στον κόσμο όλα είναι όπως είναι και όλα συμβαίνουν όπως συμβαίνουν: μέσα σε αυτόν [τον κόσμο] δεν υπάρχει καμία αξία – και αν υπήρχε δεν θα ήταν καμίας αξίας».
ΛοYντβιχ ΒIτγκενσταϊν,
Tractatus, 6.41,
μτφρ.: Α. Γεωργαλλίδης, Ιαμβος

Ο​​σοι συμμετείχαν στο Ελληνικό Συνέδριο Ηγεσίας, πριν από περίπου έναν χρόνο, περίμεναν με λαχτάρα να τον ακούσουν. Αφενός, ήταν μια φαινομενικά ανορθόδοξη επιλογή για ένα τέτοιο συνέδριο. Αφετέρου, ό,τι και να πει ο Διονύσης Σαββόπουλος παρουσιάζει ενδιαφέρον: ο λόγος του είναι χυμώδης, διορατικός, με ποιητικές ανταύγειες. «Τι μπορώ να πω εγώ ένας τραγουδοποιός σε σας που διοικείτε επιχειρήσεις;», αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα. Κι όμως, είχε τόσα να πει, με το εξαίσιο αφηγηματικό χάρισμα που διαθέτει. Το κοινό γοητεύθηκε.

Ξεκίνησε με τη σχέση πλήξης και δημιουργικότητας. Αρχισα να μουρμουρίζω τραγουδάκια όταν ήμουν παιδί, είπε, για να ξεπεράσω το βάρος του χρόνου. Αφηγήθηκε πως, στα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη, μαγεμένος από την μπάντα της Φιλαρμονικής, προσπάθησε να μιμηθεί τη μουσική της. Μάταια – «ψόφιος ήχος»! «Δεν μπορούσα να πω το θαύμα. Ηταν ένα τραύλισμα». Αργότερα, στα δεκαέξι του, πιο ώριμος, άκουγε γοητευμένος τον Βαμβακάρη. Το πάθος της δημιουργίας παρέμεινε. Η μίμηση τώρα πέτυχε – «Μία η άνοιξη» ήταν το αποτέλεσμα.

«Η μίμηση ξεκινάει σαν μια λαχτάρα αλλά πρέπει να βάλεις και κάτι δικό σου», είπε. Ο έφηβος διέθετε μια ενδοχώρα που το παιδί ακόμα δεν είχε αναπτύξει. Παίρνουμε ερεθίσματα από το περιβάλλον μας, μας συγκινεί η δημιουργία των άλλων και ωθούμαστε να δημιουργήσουμε κάτι δικό μας – αρκεί να διαθέτουμε μια πρώτη ύλη μέσα μας. Η δημιουργία, σε κάθε κλίμακα, είναι μια ατελεύτητη διαδικασία μίμησης, σύνθεσης και υπέρβασης. Η Αναγέννηση εμπνέεται από την Αρχαία Αθήνα, ο Χατζιδάκις από την κλασική μουσική και το ρεμπέτικο και ο έφηβος από τον Βαμβακάρη. Δημιουργούμε στο μέτρο που μεταποιούμε επιρροές άλλων.

Ηθελα πάντοτε να τον ρωτήσω για το υπερβατικό στοιχείο που νιώθω ότι διαπερνά τα τραγούδια του. Βρήκα την ευκαιρία στη συζήτηση. Δεν το αρνήθηκε. «Πιστεύω στον Θεό», είπε. «Σε ό,τι έκανα στη ζωή μου ένιωθα πάντοτε το άγγιγμα του Θεού». Με προβλημάτισε. Τι εννοούσε;

Εκ πρώτης όψεως, ίσως πρόκειται για την παρουσία του Θεού ως πατρική παρουσία: η αίσθηση της προστασίας που παρέχει ο Παντοδύναμος σε έναν πιστό. Πρόκειται για έναν αλληγορικό τρόπο ομιλίας που αναπαράγει τη σχέση προστασίας γονιού-παιδιού. Ο

Θεός ως υπερφυσικό δίχτυ ασφαλείας.

Το υπερβατικό στοιχείο

Διαισθάνομαι, όμως, ότι «το άγγιγμα του Θεού» σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο. Η αναφορά στον Θεό συνιστά αναφορά στο απροϋπόθετο δώρο (κάτι σαν τη γέννηση ενός παιδιού): προσλαμβάνεις τόσο την παρουσία σου στον κόσμο όσο και τον δικό σου μοναδικά προσωπικό τρόπο αντίληψης του κόσμου σαν ένα δώρο, ανταποκρινόμενος με δέος, ευγνωμοσύνη και αγάπη στον υπερβατικό δωρητή. Να βλέπεις τον κόσμο θεϊστικά σημαίνει να διαπερνιέσαι από «υπερβατικές ορμές»: να ψάχνεις το νόημα εκτός της υλικής πραγματικότητας· να αναζητείς τον λόγο των πραγμάτων (την αλ-ήθεια τους) και να τον εντάσσεις στην προσωπική σου εμπειρία.

Η καλλιτεχνική δημιουργία επιτελεί υποδειγματικά αυτή τη λειτουργία. Ενα ζευγάρι χωριάτικων παπουτσιών στον πίνακα του Βαν Γκογκ, γράφει ο Χρήστος Γιανναράς, ανασύρεται από την «απρόσωπη» ουδετερότητα και αποκαλύπτει τη μοναδική του α-λήθεια (απουσία λήθης) μέσα στον ορίζοντα της προσωπικής δημιουργίας του καλλιτέχνη, «προσκαλώντας τον κάθε θεατή […] σε μια επίσης προσωπική μέθεξη στην προσωπική μοναδικότητα του αντικειμένου». Το έργο γίνεται σύμβολο. Αντίστοιχα, η λέξη «Θεός» λειτουργεί ως σύμβολο, παρατηρεί ο Γιανναράς: «συν-βάλλει (βάζει μαζί, συντονίζει) τις επιμέρους προσωπικές εμπειρίες της συγκεκριμένης σχέσης με το υπερβατικό».

Ο τρόπος που υπάρχουμε συνιστά την απόκρισή μας στο απροϋπόθετο δώρο της ύπαρξης. Το παιδί που μαγεύεται από τη μουσική της Φιλαρμονικής μιλά για «θαύμα». Αποκρίνεται στο δώρο της προσωπικής πρόσληψης του κόσμου μέσα από τη δική του απόπειρα δημιουργίας. Το απροϋπόθετο δώρο (η μαγεία της Φιλαρμονικής) το καλεί σε υπό προϋποθέσεις δημιουργία (να πάρει τα κατσαρολικά του σπιτιού για να μιμηθεί μουσικά όργανα).

Ο Θεός επιμένει

Γράφει λογοπαικτικά ο Αμερικανός θεολόγος-φιλόσοφος Τζον Καπούτο: «Ο Θεός δεν υπάρχει. Ο Θεός επιμένει». Αυτό που εννοεί είναι ότι το όνομα του Θεού παραπέμπει σε κάτι που επιμένει να εμφανίζεται μπροστά μας απροϋπόθετα: μια αυτόκλητη επίσκεψη, ένα δώρο χωρίς την προσδοκία της ανταμοιβής. Η ζωή μας παίρνει μορφή στον χώρο μεταξύ της απροϋπόθετης κλήσης και της υπο-προϋποθέσεις απόκρισης. Η ευθύνη, η διακινδύνευση, και η Χάρη της απόκρισης είναι, φυσικά, δική μας υπόθεση.

Αυτός που πιστεύει στον Θεό βρίσκεται διαρκώς εκτεθειμένος στο απροϋπόθετο δώρο. Αδυνατεί να αιτιολογήσει την ύπαρξη του δώρου και, επιπλέον, δεν το χρειάζεται: το αληθινό δώρο δίδεται χωρίς υπο-χρέωση. «Υπάρχει μια ποιότητα στη ζωή», έγραφε, πριν από σχεδόν εκατό χρόνια, ο μεγάλος φιλόσοφος Α. Ν. Γουάιτχεντ, «η οποία βρίσκεται πάντοτε πέρα από το απλό γεγονός της ζωής. Και όταν συμπεριλάβουμε την ποιότητα στο γεγονός, ακόμη και τότε παραλείπουμε την ποιότητα της ποιότητας». Το «άγγιγμα του Θεού» είναι ένας μεταφορικός τρόπος για να καταδείξουμε την άρρητη-υπερβατική διάσταση της ζωής.

Πρόκειται για τη διάσταση που ξεφεύγει από την αιτιοκρατική-χρηστική γλώσσα, προκειμένου να δείξει το απροϋπόθετο. Δίχως αυτό, όλα μετατρέπονται σε χρηστικά μέσα, δεν υπάρχει δώρο. Το απροϋπόθετο είναι το άλας της ζωής. Οποιος το συνειδητοποιεί, μπορεί να υπάρχει διαφορετικά στον κόσμο – όχι αποκλειστικώς χρηστικά-εργαλειακά, αλλά ποιητικά-υπερβατικά. Μπορεί να εκλαμβάνει τον ήχο της Φιλαρμονικής ως «θαύμα» και τη δική του μίμηση σαν «τραύλισμα», να βλέπει το μοναδικό στο τετριμμένο, «τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου», και το πολιτικό μας δράμα σε μια σκηνή γηπέδου. Το «άγγιγμα του Θεού» είναι ο συντονισμός με τον λόγο των όντων. Η θρησκευτική γλώσσα συντηρεί το θαύμα της δημιουργίας. Εμπνευσμένοι καλλιτέχνες, όπως ο Δ. Σαββόπουλος, μας φέρνουν σε επαφή με το υπερβατικό επίπεδο της ύπαρξης.

Καλό Πάσχα!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ