Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Νiκος Τόσκας - Η μεταφυσική της ανευθυνότητας

Ο​​ άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος. Εγκλημα υπάρχει και θα υπάρχει. Τι θέλετε να κάνουμε;

Παραβατικότητα στα πανεπιστήμια υπήρχε και θα υπάρχει – έχει βαθιές κοινωνικές ρίζες. Συγκροτούμε επιτροπές, αλλά δεν έχουμε προλάβει να αλλάξουμε την κοινωνία. Δεν έχουμε προλάβει να ξεμπαζώσουμε τα ρέματα που τα μπάζωναν πενήντα χρόνια. Δεν προλάβαμε να συντηρήσουμε τους αγωγούς της ύδρευσης που τους κληρονομήσαμε σάπιους. Οπως κληρονομήσαμε και τα μνημόνια, που δεν μας επιτρέπουν να ασκήσουμε την οικονομική πολιτική που θα θέλαμε. Τι να κάνουμε;

Το απάνθισμα δείχνει ότι το δόγμα Τόσκα –η επίκληση της διαχρονικής ανεπάρκειας της πολιτείας να αντιμετωπίσει το έγκλημα– δεν είναι μόνο του Τόσκα. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη επαναλαμβάνει ένα σταθερό μοτίβο της κυβερνητικής ρητορικής. Κάθε φορά που αποτυγχάνει στα διαχειριστικά της καθήκοντα, η κυβέρνηση παρουσιάζει το κακό σαν αρχαίο, μοιραίο και αναπόδραστο. Αυτή η μεταφυσική της ανευθυνότητας –δεν φταίμε εμείς, αλλά ο κόσμος– χρησιμοποιείται αντανακλαστικά ως ασπίδα στο πολιτικό κόστος. Προκαλεί, όμως, μακροπρόθεσμα πολύ βαθύτερη ζημιά. Η κοινωνία ακούει διαρκώς τους πολιτικούς να δηλώνουν ότι η πολιτική είναι άχρηστη: Η πραγματική πολιτική είτε ασκείται αλλού – από τους δανειστές και άλλες αθέατες δυνάμεις· είτε αποδίδει μόνο σε απάνθρωπο βάθος χρόνου, στο τέλος της ιστορίας, στη συντέλεια του καπιταλισμού... Το υπόρρητο μήνυμα είναι ότι η πολιτική στο τοπικό πλαίσιο της εθνικής δημοκρατίας δεν έχει εξουσία. Εχει μόνο ανεύθυνα αξιώματα.

Το σκεπτικό του Τόσκα είναι ότι το κύμα φόβου που πυροδότησε η ληστεία στην Κηφισιά είναι υπερβολικό. Δυσανάλογο προς το γεγονός. Ομως, τα συναισθήματα δεν είναι λιγότερο «πραγματικά» από τα γεγονότα. Η ανασφάλεια, ακόμη κι όταν είναι αδικαιολόγητη, δεν είναι λιγότερο διαβρωτική για τους θεσμούς. Ιδίως όταν την υποδαυλίζει εκείνος που έχει εντολή να τη θεραπεύει.

Γεράσιμος Αγούδημος - Η ουτοπία της Αντιμυκόνου

Π​​ολλοί Αύγουστοι δεν θα είχαν ειδήσεις αν δεν υπήρχαν η «Ρομίλντα», η «Δημητρούλα», η «Μιλένα». Αν δεν υπήρχε ο στόλος του Αγούδημου που έτρεφε τα θερινά δελτία ειδήσεων με εικόνες αλαλιασμένων επιβατών, καθηλωμένων ώρες και μέρες στα λιμάνια. Η δίδυμη, πιο ευφρόσυνη, εικόνα ήταν εκείνη του ίδιου του Αγούδημου με το πούρο στο στόμα, πάνω στην μπουκαπόρτα, να εμψυχώνει την επιβίβαση με παραγγέλματα: «Ελα, αριστερά. Ελα. Σβέλτα. Πάμε, πάμε». Το θέατρο αυτό εννοείται ότι δεν βοηθούσε τον απόπλου. Του έδινε, όμως, φολκλορικό χρώμα.

Ηταν η εποχή που ο Αγούδημος είχε αρχίσει να μένει πίσω στον ανταγωνισμό. Απέναντί του είχε πια μια ακτοπλοΐα που έδειχνε ότι υπήρχε κι άλλος τρόπος να ταξιδέψεις στο Αιγαίο. Δεν χρειάζονταν αξημέρωτες νύχτες σε σαλόνια με κλιματισμό μεταφοράς κρεάτων. Δεν χρειαζόταν στραβός ύπνος πάνω σε μοκέτες που είχαν πιάσει ανθρώπινο χνούδι.

Κι ωστόσο για μια φυλή εκδρομέων αυτή η ταλαιπωρία είχε καταλήξει μέρος της τουριστικής απόλαυσης – το μαζοχιστικό πρελούδιο πριν από τις ασκήσεις αναχωρητισμού στην άγονη γραμμή. Ηταν η φυλή της Αντιμυκόνου που κατάπινε την τυρόπιτα των αγουδήμειων κυλικείων –έναν άθλο της βιοτεχνολογίας!– μονοκόμματη, όπως ακριβώς κατάπινε και τις σελίδες στο κατάστρωμα: Βιβλία διαβασμένα με ναυτία, κακοχωνεμένα πάνω σε πλοία που δεν ταξίδευαν στην θάλασσα, όσο ταξίδευαν στον χρόνο. Αυτή η ανάμνηση της ναρκωτικής διαστολής του χρόνου μέσα στη θάλασσα δικαιολογεί και τις εκδηλώσεις νοσταλγίας που προκάλεσε η εκδημία του Αγούδημου. Πρόκειται για έναν οριενταλισμό κατευθυνόμενο εξιδανικευτικά προς τη χώρα του νεοελληνικού παρελθόντος – μια χώρα που μοιάζει πολύ απώτερη απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Μια χώρα που ακόμη και οι πιο αποτρόπαιες όψεις της φαντάζουν σήμερα άκακες και γραφικές – εξάρσεις μιας χαριτωμένης ιδιαιτερότητας.

Ούτε άκακες ήταν, ούτε γραφικές, ούτε τίποτε. Ηταν ένα τυφλό ταξίδι προς το σκραπ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ