ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Πάσχα με τη Λούλα

ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΑΧΑΗ

Αιώνιο μεσημέρι Αίγινας, η ζωή κυλάει με το ραχάτι της. Εκτός από την πάντα βιαστική Λούλα, που κάθε χρόνο την Κυριακή του Πάσχα παίρνει τηλέφωνο απ’ τις 12.30. Σε βροντερά ντεσιμπέλ: «Πού στα κομμάτια είστε; Θα πάμε να φάμε; Στην Μπορμπιλίνα έχουν μαζευτεί, στου Κανελά φύγανε, ο Λεώ έχει κλείσει και στης κυρα-Μαρίας πάνε κι αυτοί τώρα». Η γιαγιά μας μένει ακριβώς από κάτω μας, τα παράθυρα είναι ανοιχτά και την ακούμε κι απ’ τα δύο αυτιά. Ποτέ της δεν κατάλαβε ότι το τηλέφωνο είναι μια ευαίσθητη ηλεκτρονική συσκευή που μπορεί να γράψει τη φωνή σου τέλεια ακόμα κι αν ψιθυρίζεις. Όσο πιο μακριά είναι αυτός που παίρνει τηλέφωνο, τόσο πιο δυνατά φωνάζει.

Καταλαβαίνω την ανυπομονησία της. Έχουν περάσει χρόνοι απ’ όταν ξύπνησε. Έχει σηκωθεί απ’ τις 6.30, έχει γεμίσει το αρνί, έχει δει εκπομπές σε επανάληψη, έχει διαβάσει το βιβλίο της, έχουν κοντοσταθεί πολλές φίλες της στο παράθυρό της για small talk, θα πέρασε και ο άστεγος κύριος που του γεμίζει το τάπερ κάθε μέρα… και τώρα θέλει να μαζευτούμε επιτέλους στο τραπέζι.

Θα της χτυπήσουμε το κουδούνι, θα περιμένει με το ταψί στα χέρια κι άμα έχει κέφια, θα φοράει και κανένα απαλό κραγιόν. Θα της πω «είσαι κούκλα», θα μου πει «κουταμάρες». Θα τη βοηθήσουμε να μπει στο αυτοκίνητο. Θα λαχανιάσει, είναι ασθματική. «Η καρδιά πρόσχαρη, η σαρξ ασθενής», θα σχολιάσει, όπως πάντα.

Μόλις τσουγκρίσουμε ποτήρια κρασί και φάμε τις πρώτες μπουκιές κάτω απ’ τον ήλιο, η Λούλα θα μου ρίξει ένα πλάγιο βλέμμα. Πριν προλάβει να το πει –«αν έχει βρεθεί κανένα καλό παιδί»–, θα παίξω επίθεση. Ο παππούς έχει πεθάνει εδώ και χρόνια κι εκείνη έχει φτιάξει τη ζωή της με πολλούς φίλους που πηγαίνουν μαζί τα απογεύματα και ταΐζουν περιστέρια σε μια μικρή πλατεία με την προτομή του Καποδίστρια και το καλοκαίρι για μπάνιο στη θάλασσα. Οπότε, αν τη δω με κάποιον παραπάνω από δύο φορές, απαντώ με το ίδιο νόμισμα. «Για πες, ρε γιαγιά, χθες σε είδα με τον κύριο Γιώργη στο παγκάκι. Έγινε τίποτα;» Εξαγριώνεται. «Μα τι είναι αυτά τα πράγματα, τι κουταμάρες...» Οι άλλοι σκάνε στα γέλια. Της δαγκώνω το μάγουλο. «Έλα, άσε με τώρα, άσε με».

Μέχρι πρόπερσι, κάθε Πάσχα στο τραπέζι μας ήταν και ο κ. Μπάμπης. Σίγουρα ερωτευμένος με τη Λούλα. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, ζούσε μόνος κι εκείνη τον φρόντιζε κάθε μέρα μέχρι το τέλος της ζωής του. Ήταν ο πρώτος κρεοπώλης της Αίγινας. Το είχε καμάρι ότι είχε πελάτες απ’ την Αθήνα που έρχονταν σ’ αυτόν γιατί είχε έναν δικό του τρόπο να κόβει τα κρέατα. Μόλις τελειώναμε το φαγητό, του ζητούσαμε πάντα να μας πει το τραγούδι που είχε φτιάξει για να καλεί τον κόσμο στο μαγαζί του. Οι ανταγωνιστές κρεοπώλες που εμφανίστηκαν αργότερα έλεγαν ότι το μαχαίρι του είναι το μυστικό, γι’ αυτό κόβει καλά τα κρέατα. Κι εκείνος –όντας και ψάλτης– τους απαντούσε (για άγνωστο λόγο) σε στυλ ψαλμωδίας απ’ τον πάγκο με τα τσιγκέλια: «Δεν είναι μονάχα το μαχαίρι, αλλά είναι και το χέρι...». Το soundtrack του πασχαλινού τραπεζιού τραγουδιόταν α καπέλα. Κάθε χρόνο, όλο και περισσότεροι το θυμόμασταν και το λέγαμε. Κι όσο μεγάλωνε η χορωδία, τόσο ο κ. Μπάμπης δυνάμωνε τη φωνή για να ακουστεί – συχνά και με μισογεμάτο στόμα κι όποιος τυχερός καθόταν δίπλα απομακρυνόταν, δήθεν για να τον χαζέψει από μακριά ή να βγάλει καμιά φωτογραφία.

Ανυπομονώ να έρθει η Κυριακή. Λέω φέτος να την πάρω εγώ τηλέφωνο τη Λούλα. Πρωί πρωί. Θα της πω: «Άντε, ακόμα καφέ πίνεις; Θα ετοιμάσουμε το αρνί; Έμαθα η Μπορμπιλίνα ήδη ψήνει, ο Κανελάς γεμίζει, ο Λεώ έχει κλείσει και στην κυρα-Μαρία έχουν μαζευτεί». Ήδη σαν να την ακούω απ’ το ακουστικό κι απ’ το παράθυρο. «Κουταμάρες». Κατεβαίνω να της δαγκώσω το μάγουλο. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ