ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η λίρα καταρρέει, αλλά ο Ερντογάν κρατάει χαμηλά τα επιτόκια

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τουρκία

Ραγδαία υποχωρεί η συναλλαγματική ισοτιμία της τουρκικής λίρας, που βρίσκεται ήδη σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα έναντι του δολαρίου, εν μέσω της ανησυχίας των επενδυτών για υπερθέρμανση της τουρκικής οικονομίας αλλά και λόγω μη εφαρμογής της κατάλληλης πολιτικής από την κεντρική τράπεζα της χώρας. Αντί να προχωρήσει σε δραστική αύξηση των επιτοκίων για να στηρίξει το νόμισμα, η ηγεσία της Τουρκίας ανακοινώνει νέο επενδυτικό πακέτο μέτρων 34 δισ. δολ., προκειμένου να διατηρηθούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, η τουρκική λίρα σημειώνει τη χειρότερη πορεία μεταξύ των νομισμάτων των αναδυόμενων αγορών, και από τις αρχές του έτους έχει υποτιμηθεί κατά περίπου 9% έναντι του ευρώ. Χθες, διολίσθησε περαιτέρω, με το ευρώ να υπερβαίνει πλέον τις πέντε τουρκικές λίρες στο χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης.

Ανακοινώνοντας τα νέα μέτρα τόνωσης της οικονομίας, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανέλαβε για μία ακόμη φορά την αντίθεσή του στα υψηλά επιτόκια, υπογραμμίζοντας ότι «δεν μπορούσαμε να δώσουμε ώθηση στις επενδύσεις χωρίς να μειώσουμε τα επιτόκια». Πρόκειται για πάγια τακτική του Τούρκου προέδρου, που εναντιώνεται μονίμως στην αύξηση των επιτοκίων, για να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως η αύξηση 7,4% που σημείωσε το τουρκικό ΑΕΠ το 2017. Σε αυτή την πολιτική του οφείλονται σε μεγάλο βαθμό η κακοδαιμονία του τουρκικού νομίσματος, που επιβαρύνεται, επίσης, από τις εγγενείς αδυναμίες της τουρκικής οικονομίας, τα μεγάλα ελλείμματα και η εξάρτησή της από το ξένο κεφάλαιο.

Με απροκάλυπτες παρεμβάσεις στο έργο της κεντρικής τράπεζας, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εμποδίζει την αύξηση των επιτοκίων της λίρας, προκειμένου να αποτρέψει την συνεπακόλουθη επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης. «Η κακοδιαχείριση του νομίσματος έχει ως αποτέλεσμα να χάνεται η εμπιστοσύνη στην αγοραστική δύναμη της λίρας, και αυτό είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί», σχολιάζει ο Λουτζ Ρομέγιερ, αναλυτής επενδύσεων στην Capitulum Asset Management στο Βερολίνο. Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι «μόνον μια δραματική αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να θεραπεύσει αυτήν την κατάσταση, αλλά βεβαίως δεν θα είναι δημοφιλής, καθώς θα επιβραδύνει την οικονομία». Η επενδυτική JPMorgan Chase & Co. δεν συνιστά την αγορά του τουρκικού νομίσματος ούτε των τουρκικών ομολόγων. Επικαλείται το διευρυνόμενο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της γείτονος, που προβλέπει πως θα φτάσει στο 6% του τουρκικού ΑΕΠ το 2018, αλλά και τον διψήφιο πληθωρισμό που τους τελευταίους μήνες βρίσκεται πάνω από το 12%. Σύμφωνα με την επενδυτική τράπεζα, η Τουρκία πρέπει να προχωρήσει σε δραματική προσαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας και να υιοθετήσει τη σωστή πολιτική , κάτι που «δεν διαφαίνεται στο εγγύς μέλλον». Την ίδια στιγμή, ο Κάαν Ναζλί, αναλυτής της Neuberger Berman Group, επισημαίνει πως δεν θα ωφελήσει ούτε μία αύξηση των επιτοκίων αν οδηγήσει την κυβέρνηση σε ακόμη πιο επιθετικές δαπάνες». Σε ό,τι αφορά τα ομόλογα της Τουρκίας υποχώρησαν χθες, με τις αποδόσεις των 10ετών να υπερβαίνουν το 13,15%, προσεγγίζοντας τα ιστορικά υψηλά που σημείωσαν την περασμένη εβδομάδα.

Επενδυτικό πακέτο 34 δισ. δολ.

Λίγες ώρες νωρίτερα πριν από τη νέα πτώση της τουρκικής λίρας, η κυβέρνηση Ερντογάν είχε παρουσιάσει τις λεπτομέρειες του επενδυτικού πακέτου της ύψους 34 δισ. δολαρίων. Προβλέπει κίνητρα σε 19 επιχειρήσεις της χώρας για να συμμετάσχουν σε 23 επενδυτικά σχέδια. Από αυτά, η κυβέρνηση Ερντογάν ευελπιστεί ότι θα δημιουργηθούν άμεσα 35.000 νέες θέσεις εργασίας και έμμεσα άλλες 134.000 θέσεις.

«Θα δούμε τον θετικό αντίκτυπο αυτών των κινήτρων τα επόμενα δύο με τρία χρόνια», σχολίασε ο υπουργός Οικονομίας Νιχάτ Ζεϊμπεκτσί και προσέθεσε ότι στόχος της κυβέρνησης Ερντογάν είναι «η ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας μέσα από πολιτικές που θα αυξήσουν την παραγωγή και την παραγωγικότητα, θα μειώσουν τον πληθωρισμό και θα περιορίσουν το υψηλό κόστος δανεισμού». Σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα Hurriyet, η επιχείρηση που θα προχωρήσει στη μεγαλύτερη επένδυση είναι η Vestel, η οποία θα τοποθετήσει 28,4 δισ. τουρκικές λίρες, ποσό αντίστοιχο των 7 δισ. δολαρίων, σε σύστημα εξοικονόμησης ενέργειας για ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα. Αναμένεται να δημιουργήσει 6.240 νέες θέσεις εργασίας, ενώ σημαντικές επενδύσεις θα υλοποιήσουν οι εταιρείες SASA για 5.000, η Alvi Medica για 4.000 και η TUSAS που θα ανοίξει 3.200 νέες θέσεις εργασίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ