Ground Euro

Συνεχίζοντας τη σειρά των οκτώ δεικτών της μνημονιακής Οδύσσειας, το Ground Euro στρέφεται στον πιο πολυσυζητημένο, τόσο σε επίπεδο αξιωματούχων όσο και σχολιαστών: το δημόσιο χρέος.

Η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη το 2001 ενώ βρισκόταν πολύ μακριά από το να πληροί το κριτήριο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης σχετικά το ύψος του δημόσιου χρέος, που ορίζει ότι δεν πρέπει να ξεπερνά το 60% του ΑΕΠ.

Οι κυβερνήσεις της προηγούμενης δεκαετίας απέτυχαν να εκμεταλλευθούν την περίοδο της ευφορίας στις αγορές και των υψηλών δεικτών ανάπτυξης για να μειώσουν ουσιαστικά το δείκτη χρέους προς ΑΕΠ. Ήδη το 2008, με τη διεθνή κρίση να έχει ξεσπάσει και να κατευθύνεται απειλητικά προς την Ελλάδα, το δημόσιο χρέος της χώρας, ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της, άγγιζε το 110% του ΑΕΠ.

H συνέχεια, που αποτυπώνεται στο γράφημα που ακολουθεί, είναι γνωστή: με τον παρονομαστή του δείκτη να πέφτει στο κενό, το χρέος έφτασε μέσα σε τρία χρόνια το 172% του ΑΕΠ. Το κούρεμα του 2012, παρότι έφτασε το 53,5% σε ονομαστικούς όρους και παρότι η συμμετοχή των ιδιωτών έφτασε τελικά το 97%, δεν αποδείχθηκε αρκετό για να επαναφέρει το χρέος σε τροχιά βιωσιμότητας. Μέρος του προβλήματος ήταν ότι στο PSI συμμετείχαν αναγκαστικά οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία, με αποτέλεσμα να χρειαστούν κρατικούς πόρους για να επιβιώσουν.

[Δείτε εδώ τους δύο προηγούμενες δείκτες, το ΑΕΠ και το δημοσιονομικό έλλειμμα]

Η περίοδος Βαρουφάκη οδήγησε σε δραματική επιδείνωση των αναλύσεων για τη μελλοντική βιωσιμότητα του χρέους. Παρά τη συνθηκολόγηση Τσίπρα και την αυστηρή εφαρμογή των δημοσιονομικών επιταγών του τρίτου προγράμματος, το χρέος παραμένει μη βιώσιμο σήμερα, σύμφωνα με τη συντριπτική πλειοψηφία των αναλυτών. Στο τέλος του 2016, έτος κατά το οποίο το ελληνικό Δημόσιο κατέγραψε (με τους όρους του προγράμματος) πρωτογενές πλεόνασμα 4,2% του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος έφτασε στο 180,8% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (γ’ τρίμηνο του 2017), ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί οριακά, στο 177,4% του ΑΕΠ.

Είναι ενδεικτικό να συγκριθεί η πορεία του ελληνικού χρέους με αυτό της ευρωπαϊκής δευτεραθλήτριας σε δανειακή βάρη Ιταλίας. Το ιταλικό χρέος αυξήθηκε σταδιακά από 102% του ΑΕΠ το 2008 σε 132% το 2016, κυρίως εξαιτίας της ασθενικής επίδοσης της ιταλικής οικονομίας. Η Ιταλία όμως, εισερχόμενη στην κρίση με καλές δημοσιονομικές επιδόσεις, απέφυγε τον φαύλο κύκλο ακραίας λιτότητας και βαθιάς ύφεσης που γονάτισε την Ελλάδα. Το πορτογαλικό χρέος αυξήθηκε κατακόρυφα από το 2008-2012 και, παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, παρέμενε στα τέλη του 2016 κολλημένο στο 130% του ΑΕΠ (σύμφωνα με τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας της χώρας, το 2017 μειώθηκε στο 126,2% του ΑΕΠ).

Μεταξύ των χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης, πάντως, τις πιο εντυπωσιακές διακυμάνσεις, κατά την τελευταία δεκαετία, τις έχει παρουσιάσει η Ιρλανδία. Από 24% του ΑΕΠ το 2007, το δημόσιο χρέος της χώρας, ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων της απόφασης της κρατικής διάσωσης των τραπεζών, έφτασε το 120% το 2012, για να πέσει τέσσερα χρόνια αργότερα στο 73%. 

Γιατί το χρέος παραμένει μη βιώσιμο

ΤΖΕΡΟΜΙΝ ΖΕΤΕΛΜΑΓΙΕΡ*

Στα τέλη του 2009, καθώς οι κάτοχοι ελληνικών ομολόγων άρχιζαν να ανησυχούν για την πιθανότητα μίας κρίσης χρέους, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ήταν περίπου 300 δισεκατομμύρια ευρώ, περίπου 130% του ΑΕΠ. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας τη χρονιά εκείνη ήταν 15% του ΑΕΠ. Λίγους μήνες αργότερα η Ελλάδα αποκλείστηκε από τις αγορές και εντάχθηκε στο πρόγραμμα προσαρμογής, που είχε ως σκοπό την εξάλειψη του ελλείμματος και την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους. 

Το 2016, η Ελλάδα είχε πετύχει ένα μικρό πλεόνασμα στον προϋπολογισμό της. Ωστόσο το χρέος της είχε συνεχίσει να αυξάνεται – κατά περίπου 10% σε ονομαστικούς όρους και πολύ περισσότερο ως ποσοστό του ΑΕΠ, φτάνοντας να σταθεροποιηθεί γύρω στο 180%. Αυτό συνέβη παρά τα τρία προγράμματα προσαρμογής και διαδοχικούς γύρους ελάφρυνσης του χρέους – συμπεριλαμβανομένου του PSI του 2012, που μείωσε την ονομαστική αξία του κατά 107 δισ. ευρώ.  

Πώς είναι δυνατόν αυτό; Η απάντηση είναι ότι οφείλεται στην κατάρρευση της οικονομίας, που είχε ξεκινήσει το 2008 και επιταχύνθηκε το 2010-2 κατά τη διάρκεια του πρώτου προγράμματος, αλλά και στα δημοσιονομικά ελλείμματα, που – παρότι μειώνονταν – παρέμειναν υψηλά για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου ως το 2016. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, οφείλεται σε ένα στρατηγικό λάθος, σε σφάλματα στην εφαρμογή της στρατηγικής που επιλέχθηκε, και στην πολιτική και κοινωνική αναταραχή που χαρακτήρισε τα χρόνια αυτά.

Πρώτον, η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους άργησε πολύ. Αντί να μειωθεί εξαρχής το χρέος, η ελληνική κυβέρνηση και οι επίσημοι πιστωτές επιχείρησαν να διαχειριστούν το πρόβλημα μειώνοντας το έλλειμμα όσο πιο γρήγορα και επιθετικά γινόταν. Αυτό οδήγησε σε βαθιά ύφεση, η οποία με τη σειρά της δυσχέρανε την προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος. Είχε επίσης ως αποτέλεσμα ότι μεταξύ της αρχής του πρώτου προγράμματος και της εφαρμογής του PSI, ομόλογα αξίας περίπου 45 δισ. ευρώ εξυπηρετήθηκαν πλήρως, με τα επίσημα δάνεια που επιβαρύνουν την Ελλάδα ως σήμερα.

Δεύτερον, υπήρξαν λάθη στην εφαρμογή του πρώτου και του δεύτερου προγράμματος. Πέρα από τη λιτότητα, τα προγράμματα είχαν ως στόχο την τόνωση της ανάπτυξης μέσω της μεταρρύθμισης αγορών και θεσμών. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις ποτέ δεν εφαρμόστηκαν σωστά – ή εφαρμόστηκαν με μεγάλη καθυστέρηση.

Τέλος, η πολιτική και κοινωνική αναταραχή, προϊόν της αποτυχίας των δύο πρώτων προγραμμάτων και του πόνου που επέφεραν στον πληθυσμό, οδήγησε στη σύγκρουση του 2015, που παραλίγο να καταλήξει στην έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Το οικονομικό κόστος αυτής της σύγκρουσης ήταν υψηλό, καθώς αύξησε το έλλειμμα και καθυστέρησε την ανάκαμψη.

Η εφαρμογή του τρίτου προγράμματος έχει υπερβεί τις προσδοκίες. Η ελληνική οικονομία έχει επιτέλους ξεκινήσει να ανακάμπτει. Ωστόσο το ελληνικό χρέος παραμένει μη βιώσιμο. Σε μία πρόσφατη ανάλυση του PIIE, επιχειρηματολογούμε ότι οι πιστωτές πρέπει να παράσχουν στην Ελλάδα ετησίως ελάφρυνση της ονομαστικής αξίας του χρέους, υπό τον όρο της διατήρησης πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 1,5% του ΑΕΠ μετά το 2022. Χωρίς μία τέτοια συμφωνία, η επόμενη κρίση χρέους είναι απλά θέμα χρόνου.

*Ο κ. Τζέρομιν Ζετελμάγιερ είναι senior fellow του Peterson Institute for International Economics και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του υπουργείου Οικονομίας της Γερμανίας.

Η «Κ» έγραψε: 

«Με ρήτρα ανάπτυξης και μεταρρυθμίσεων η ελάφρυνση του χρέους», 5.2.2018

http://www.kathimerini.gr/946812/article/epikairothta/politikh/me-rhtra-anapty3hs-kai-metarry8misewn-h-elafrynsh-xreoys

«Επί έξι χρόνια το χρέος στο επίκεντρο», 15.5.2016

http://www.kathimerini.gr/859873/article/epikairothta/politikh/epi-e3i-xronia-to-xreos-sto-epikentro

«Όταν ο Τρισέ “απειλούσε” την Ελλάδα με ασφυξία», 9.3.2014

http://www.kathimerini.gr/757297/article/proswpa/synentey3eis/otan-o-trise-apeiloyse-thn-ellada-me-asfy3ia

Είπαν:

«Εάν είχαμε σκοπό να κάνουμε κάτι τέτοιο θα ήταν πιο έξυπνο να το κάναμε στις αρχές της κρίσης. Αλλά ακριβώς αυτό θέλουμε να αποτρέψουμε.»

Γιώργος Παπανδρέου για την αναδιάρθρωση του χρέους, συνέντευξη στην Die Zeit, Σεπτέμβριος 2010

«Ωστόσο, στην πραγματικότητα, τα πιθανά οικονομικά οφέλη της αναδιάρθρωσης του χρέους θα είναι πολύ μικρότερα από ό,τι συχνά προβλέπεται, ενώ η διαδικασία αυτή συνεπάγεται σημαντικούς κινδύνους για την Ελλάδα και την Ευρωζώνη.»

Λουκάς Παπαδήμος, 23.10.2011

«Το ελληνικό χρέος είναι απολύτως βιώσιμο, παρόλο που ορισμένοι δεν μπορούν να πειστούν ότι συμβαίνει αυτό»

Ευάγγελος Βενιζέλος, Φεβρουάριος 2014

«Τον πήχυ τον έχουμε βάλει ψηλά...είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους»

Αλέξης Τσίπρας, Ιανουάριος 2015

«Σε περίπτωση που δεν μπορεί να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους μία αξιόπιστη προοπτική εφαρμογής εκ των προτέρων, πρέπει να προσφερθούν στην Ελλάδα ταχείες διαπραγματεύσεις για μία προσωρινή έξοδο από την Ευρωζώνη, με τη δυνατότητα αναδιάρθρωση του χρέους, αν είναι αναγκαία».

Υπουργείο Οικονομικών Γερμανίας, 10.7.2015

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ