Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Μας αρέσει ο Μπέργκμαν για τους δαίμονές του

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​α τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε αποτραβηγμένος στo νησάκι Φάρο στη Σουηδία. Ακολουθούσε κάθε μέρα το ίδιο τελετουργικό, με πολύ συγκεκριμένες ώρες περιπάτου, φαγητού, ορισμένων (και περιορισμένων) ενασχολήσεων. Στο ντοκιμαντέρ «Bergman Island» (2004) της Marie Nyreröd, που γυρίστηκε τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, εμφανίζεται εξομολογητικός και ακριβής. Στο πρώτο πλάνο, το γραφείο του, λιτό. Η φωνή του στον αυτόματο τηλεφωνητή, που ενεργοποιείται από μια αναπάντητη κλήση.

Σκέφτεσαι ότι ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν είναι ήδη απών. Ομως στο επόμενο πλάνο είναι εκεί, περπατάει στη φύση και μιλάει για τους «δαίμονές» του: «Στους δαίμονες δεν αρέσει ο φρέσκος αέρας. Το καλύτερό τους είναι όταν κάθεσαι ακινητοποιημένος από τον φόβο στο κρεβάτι. (...) Περνάνε μέρες χωρίς να μιλάω σε άνθρωπο. Υπάρχει κάτι πολύ ευχάριστο στο να μη μιλάει κανείς. Η σιωπή είναι υπέροχη».

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπέργκμαν (14 Ιουλίου 1918) και στην Ελλάδα, όπως σε πολλές χώρες, ετοιμάζονται αφιερώματα και εκδηλώσεις. Στην Αθήνα από 19 έως 22 Απριλίου (στους κινηματογράφους «Αστορ» και «Ανδόρα») θα προβληθούν οι σημαντικότερες ταινίες του, ενώ η Marie Nyreröd θα έρθει για να προλογίσει το ντοκιμαντέρ της και να μιλήσει για τον Σουηδό σκηνοθέτη, που μνημονεύεται ως μία από τις μεγαλύτερες μορφές στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. «Με το έργο του ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν αναδιατύπωσε τα μεγάλα ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη συνθήκη, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε (το) σινεμά», γράφει το συνοδευτικό δελτίο Τύπου. Δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς με τη διατύπωση.

Ούτως ή άλλως, το ερώτημα «σας αρέσει ο Μπέργκμαν» έχει ήδη απαντηθεί – αν υποθέσουμε ότι ετέθη. Είναι παλιό, οριστικά ξεπερασμένο, οι ταινίες του είναι πέρα από το «καλό» και το «κακό». Αντιστέκονται στην κριτική όχι γιατί δεν υπήρξαν περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένες, αλλά γιατί άνοιξαν διάπλατα την πόρτα στο υποσυνείδητο, απενοχοποιώντας τα ερωτήματα που αποφεύγει κάποιος να απευθύνει στον εαυτό του, ίσως γιατί γνωρίζει ήδη τις απαντήσεις.

Στο «Saraband», την τελευταία του ταινία, ο 85χρονος Γιόχαν (που υποδύθηκε ο Ερλαντ Γιόζεφσον) είναι, κατ’ ουσίαν, ο ίδιος ο Μπέργκμαν. Ζει μόνος και αποτραβηγμένος. Μια νύχτα καταρρέει εν μέσω λυγμών, φορώντας κοντή λευκή νυχτικιά: «Είναι αρρώστια τα γεράματα;». Δεν περίμενε απάντηση. Τη γνώριζε. Οπως και την απομόνωσή του, τη δύσκολη σχέση με τα παιδιά του, τον τερατώδη εγωισμό του που τον έφερνε σε αμηχανία με τους συνεργάτες του.

Ποιοι είναι οι δαίμονες τον ρωτάει στο τέλος του ντοκιμαντέρ η σκηνοθέτις Marie Nyreröd. «Την περίμενα την ερώτηση, γι’ αυτό τους έχω καταγράψει», λέει ο Μπέργκμαν, βγάζοντας μικρά χαρτάκια, με πρόχειρες, τρεμάμενα γραμμένες, σημειώσεις. «Ο χειρότερος είναι ο δαίμων της καταστροφής. Νομίζω ότι οτιδήποτε κάνω και σχεδιάζω θα καταλήξει σε καταστροφή. Υστερα είναι ο γελοίος, το ξέρω, δαίμων του φόβου. Φοβάμαι σχεδόν τα πάντα. Οχι μόνο γάτες και σκύλους, και έντομα και πουλιά, που μπορούν να πετάξουν μέσα στο δωμάτιο αν αφήσω ανοιχτό το παράθυρο. Φοβάμαι και πολλές κατηγορίες ανθρώπων, τα μεγάλα πλήθη, είμαι μάλλον αγοραφοβικός. Και ύστερα είναι ένας δαίμονας που δύσκολα κατονομάζεις και είναι ο δαίμων της οργής. Τον κληρονόμησα από τους γονείς μου, είμαι μάλλον οξύθυμο άτομο. Υστερα είναι ένας τυραννικός δαίμων: όπως και οι ελέφαντες, δεν ξεχνάω ποτέ». Γυρνάει το χαρτάκι από την πίσω πλευρά και βλέπουμε μόνο μια σειρά: «Αυτό είναι πολύ σύντομο. Οι δαίμονες που δεν έχω... Του κενού.

Οταν σε εγκαταλείπει η φαντασία και η δημιουργικότητα και αντιμετωπίζεις το απόλυτο κενό. Δεν μου συνέβη ποτέ. Είμαι ευγνώμων γι’ αυτό». Είναι οι τελευταίες, κινηματογραφικά, φράσεις του.

Βλέποντας και ακούγοντας τις σκέψεις του, συμφιλιώνεσαι με ό,τι εμφανίζεται σαν κατ’ εξαίρεση στη ζωή του καθενός. Είναι κοινοί οι δαίμονες. Και είναι ίσως αυτός ο κοινός τόπος ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους: χαρισματικούς και μη. Ανάμεσα σε αυτούς που μπορούν να κατονομάσουν τους δαίμονές τους και τους άλλους, που τους μάχονται ή παραδίδονται χωρίς να τους έχουν ποτέ αναγνωρίσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ