ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η μουσική μαγεία του σινεμά

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο «Μαύρος Πάνθηρας» επιθεωρεί το τεχνολογικά προηγμένο βασίλειό του. Η ιστορία του επενδύεται μουσικά με τις ρίμες του νέου «ήρωα» του αφροαμερικανικού χιπ-χοπ, Κέντρικ Λαμάρ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θυμάμαι πριν από περίπου δύο χρόνια, στην πρεμιέρα του «Star Wars: Η Δύναμη ξυπνά», πώς η κατάμεστη αίθουσα αναστατώθηκε –κάποιοι άρχισαν κιόλας να χειροκροτούν– καθώς τα χαρακτηριστικά κίτρινα γράμματα της έναρξης εμφανίστηκαν στην οθόνη.

Ακόμη δεν είχαμε δει κάτι το εντυπωσιακό, ωστόσο είχαμε... ακούσει. Το χαρακτηριστικό μουσικό σκορ του Τζον Ουίλιαμς ήταν ξανά εκεί, αρκετό για να μας μεταφέρει «σε ένα γαλαξία, πολύ μακρινό», ενεργοποιώντας την κινηματογραφική μνήμη πριν το κάνουν τα διαστημόπλοια και τα φωτόσπαθα. Μέσα στη μαγεία της εικόνας που μας προσφέρει, συχνά ξεχνάμε πως το σινεμά είναι εξίσου τέχνη του ήχου και της μουσικής. Μουσικής αξέχαστης σαν αυτή που μας έχουν προσφέρει πολλές παλιότερες και σύγχρονες ταινίες, παρακινώντας μας να την απολαύσουμε και χωρίς το οπτικό συνοδευτικό της. Αυτή η τελευταία τάση μάλιστα, που είχε ξεχαστεί, μοιάζει τώρα να αναβιώνει.

Τον μήνα Φεβρουάριο, το κορυφαίο μουσικό άλμπουμ του μεγάλου αμερικανικού billboard (top 200) δεν ήταν κάτι καινούργιο από την Μπιγιονσέ, τον Τζάστιν Μπίμπερ ή κάποιο διαδικτυακό χιτ· αντιθέτως, εκεί βρέθηκε το σάουντρακ του «Black Panther», της πρόσφατης ταινίας της Marvel, με πρωταγωνιστή έναν Αφρικανό υπερήρωα. Αυτό το τελευταίο στοιχείο φυσικά και βοήθησε, όπως και ότι η σύνθεση ανήκει στον δημοφιλέστατο ράπερ Κέντρικ Λαμάρ, το γεγονός ωστόσο παραμένει: ένα κινηματογραφικό σάουντρακ ξεπερνά σε δημοφιλία τα «κανονικά» μουσικά άλμπουμ.

Σε υψηλές θέσεις

Και δεν είναι το πρώτο. Σε πολύ υψηλές θέσεις βρέθηκαν επίσης τα «The Greatest Showman», «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι», «Coco» κ.ά. Φτάνουν αυτά για να μιλήσουμε για επιστροφή των σπουδαίων σάουντρακ; Πιθανότατα όχι, αφού κάποια δεν είναι καν τόσο σπουδαία, ωστόσο η τάση σίγουρα βοηθά ώστε να επενδυθεί περισσότερο χρήμα και προσπάθεια στο συγκεκριμένο κομμάτι της παραγωγής.

Αλλωστε δεν θα πάνε χαμένα, ιδίως αν κρίνουμε από τις αξέχαστες δημιουργίες που μας έχει χαρίσει η κινηματογραφική παραγωγή μέσα στις δεκαετίες. Είναι το θερμόμετρο που ανεβαίνει αμέσως με την παλαβή εναρκτήρια σκηνή του «Pulp Fiction» και τη «Μισιρλού» να παίζει στους τίτλους, και ακόμα το χαμόγελο που σχηματίζεται στο «Lust for Life» του Ιγκι Ποπ, κάθε φορά που βλέπεις το «Trainspotting». Και αυτά δεν είναι καν μέσα στα 15 πιο επιτυχημένα soundtracks όλων των εποχών. Εκεί, σύμφωνα με τις επίσημες πωλήσεις, φιγουράρουν μύθοι όπως το «Ι will always love you» της Γουίτνεϊ Χιούστον (από τον «Σωματοφύλακα»), τα «Stayin’ Alive» και «How deep is your love» των Bee Gees («Πυρετός το Σαββατόβραδο») και βέβαια το «Time of my life» από το «Dirty Dancing». Το καθένα τους έχει πουλήσει πάνω από 35 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως...

Οι μεγάλες πωλήσεις, πάντως, δεν σημαίνουν απαραίτητα και οσκαρική δόξα – κι αφού μιλάμε για μουσικές του κινηματογράφου, αυτή δεν είναι αμελητέα. Οταν βέβαια έχεις τον «Boss» Μπρους Σπρίνγκστιν να συνθέτει και να ερμηνεύει το «Streets of Philadelphia» («Φιλαδέλφεια») το χρυσό αγαλματίδιο είναι λίγο-πολύ αναμενόμενο. Οπως και τον Ελτον Τζον στο «Can you feel the love tonight» του υπέροχου «Βασιλιά των λιονταριών· τη Σελίν Ντιόν στο «My heart will go on» από τον «Τιτανικό» των 11 Οσκαρ· τον Εμινεμ στο «Lose Yourself», ένα κομμάτι που ξεπέρασε κατά πολύ την ίδια την ταινία («8 Mile») και έμεινε επί 23 εβδομάδες στο Νο 1 των τσαρτ· την Αντέλ στο «Skyfall», η οποία έδωσε μία από τις πιο αξέχαστες ερμηνείες στην ιστορία των οσκαρικών τελετών.

Σπουδαία κινηματογραφικά άσματα υπάρχουν, φυσικά, και στο πιο μακρινό παρελθόν. Η μοναδική, γεμάτη γαλήνη Οντρεϊ Χέπμπορν, για παράδειγμα, να τραγουδά το «Moon River» στο παράθυρο του «Breakfast at Tifanny’s» και η Τζούντι Γκάρλαντ με το ονειρικό «Over the Rainbow» («Ο Μάγος του Οζ»). Κάποιος άλλος θα θυμηθεί το ρομαντικό «As time goes by» από την «Casablanca» (γραμμένο το 1931 από τον Χέρμαν Χούπφελντ) ή το παραμυθένιο «When you wish upon a star» του «Πινόκιο», και η λίστα μπορεί να τραβήξει σε μάκρος.

Μουσικές επενδύσεις

Στο σινεμά, βέβαια, δεν έχουμε μόνο τα τραγούδια. Για την ακρίβεια, αυτά είναι κάπως δευτερεύοντα, μπροστά στα μουσικά score, τις άνευ στίχων επενδύσεις δηλαδή που παντρεύονται με την εικόνα, παράγοντας συχνά εκπληκτικά αποτελέσματα. Εκτός από τον «Πόλεμο των Αστρων» που αναφέραμε στην αρχή –και για τον οποίο ο Τζον Ουίλιαμς έχει κερδίσει μόνο ένα από τα συνολικά πέντε Οσκαρ του– υπάρχουν πολλά ακόμη εμβληματικά score, που έρχονται στον νου σχεδόν αυτόματα όταν μιλάμε για τις αντίστοιχες ταινίες. Ο Τζέιμς Μποντ δεν συνοδευόταν άραγε πάντα από το κλασικό θέμα του Μόντι Νόρμαν; Πόσες φορές έχουμε ακούσει κάποιο κινητό να χτυπάει στη μελωδία του «Εξορκιστή» (Μάικ Ολντφιλντ) ή του «Requiem for a Dream» (Κλιντ Μάνσελ). Το ίδιο γίνεται και με το καλτ «Gonna Fly Now» (Μπιλ Κόντι) καθώς ο Ρόκι τρέχει πλάι στις ράγες, το (ακόμη πιο καλτ) «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» (Ενιο Μορικόνε) ή το θέμα του «Ιντιάνα Τζόουνς» (Τζον Ουίλιαμς) την ώρα που ο Χάρισον Φορντ πιάνει δουλειά με το μαστίγιο.

Αλλα μουσικά score πάλι είναι αφιερωμένα στη δημιουργία ατμόσφαιρας και στο ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο. Τέτοιο είναι το επικό –και φυσικά βραβευμένο με Οσκαρ– έργο του Ντέιβιντ Σορ για τον «Αρχοντα των δαχτυλιδιών», αλλά και το ηλεκτρονικό αριστούργημα του Βαγγέλη Παπαθανασίου για το «Blade Runner». Οσο για την ατμόσφαιρα, δύο παραδείγματα είναι μάλλον αρκετά: η μεγαλειώδης μελαγχολία του θέματος του «Νονού», διά χειρός Νίνο Ρότα, και το απλώς ανατριχιαστικό αντίστοιχο του «Ψυχώ» από τον Μπέρναρντ Χέρμαν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ