ΒΙΒΛΙΟ

Το «αηδόνι» με το πρόωρο και βίαιο τέλος

ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ Γ. ΠΛΟΥΜΙΔΗΣ*

Αθήνα, Οκτώβριος 1922: Στιγμιότυπο από τη «Δίκη των Εξ» – όπως έμεινε στην Ιστορία από τον αριθμό των εκτελεσθέντων, αν και οι κατηγορούμενοι ήταν οκτώ. Στην πρώτη σειρά, τέταρτος από αριστερά ο Δημήτριος Γούναρης (φωτ. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο).

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Δημήτριος Γούναρης:
Πολιτική Βιογραφία
εκδ. Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2017, σελ. xii + 414.

Κυκλοφόρησε προσφάτως από το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία η πολιτική βιογραφία του Δημητρίου Γούναρη (1867-1922). Συγγραφέας είναι η Μαριάννα Χριστοπούλου, διδάκτωρ Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Την επιστημονική επιμέλεια πραγματοποίησε ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, και η επιμέλεια της έκδοσης και των κειμένων ανήκει στην Αννα Καραπάνου.

Η Μαριάννα Χριστοπούλου έρχεται να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για μια πολιτική προσωπικότητα non grata, που φέρει το στίγμα της Μικρασιατικής ήττας και Καταστροφής. Το έργο καλύπτει ιδιαιτέρως ένα μεγάλο κενό, που αφορά κυρίως στην πρώτη περίοδο της πολιτικής σταδιοδρομίας του Δ. Γούναρη, από την πρώτη εκλογή του στο Κοινοβούλιο το 1902 έως την «εκτόξευσή» του στην πρωθυπουργία το 1915.

Η μελέτη είναι επαρκώς τεκμηριωμένη και βασίζεται σε μια πλειάδα αρχειακών και έντυπων πηγών. Η πρωτογενής έρευνα της συγγραφέως είναι πραγματικά εντυπωσιακή: Τα πεδία της περιλαμβάνουν τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Αρχείο Γραφείου Πρωθυπουργού, Αρχείο Ιωάννου Μεταξά), το Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών, τα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη (Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Αρχείο Γεωργίου Βεντήρη), το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (τα προσωπικά Αρχεία του Δημητρίου Γούναρη, του Αναστασίου Κανελλόπουλου, της οικογένειας Μελά, της οικογένειας Μερκάτη, του Στέφανου Σκουλούδη και του Γεωργίου Στρέιτ), το Αρχείο Αριστείδη Στεργιάδη (στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), τα National Archives του Λονδίνου (τις σειρές 286, 371 και 800 του Foreign Office), το Πολιτικό Αρχείο του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, το Αρχείο της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης στο Βερολίνο (Bundesarchiv Berlin), περισσότερους από 30 τίτλους ελληνικών εφημερίδων, την Εφημερίδα των Συζητήσεων της Βουλής κ.ά.

Η ανίχνευση της πολιτικής διαδρομής του Αχαιού πολιτικού ξεφεύγει από τα στενά βιογραφικά όρια και φωτίζει βασικές όψεις της πολιτικής και κομματικής ιστορίας της χώρας, σε μια περίοδο (την αυγή του 20ού αιώνα) που το ελληνικό εθνικό ζήτημα βρισκόταν σε έξαρση. Πέρα από τα μεγάλα ηχηρά εθνικά ζητήματα (της εξόδου ή μη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μικρασιατικό κλπ.) που συνδέονται με το όνομά του, η βιογραφία του Δ. Γούναρη συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα.

Ο Δημήτριος Γούναρης δεν ανήκε (ως γνωστόν) σε ένα από τα πολιτικά τζάκια της Πελοποννήσου. Η είσοδος του νεαρού δικηγόρου στα βουλευτικά έδρανα προήλθε από την κοινωνική δικτύωσή του και την επιγαμία του με έναν ισχυρό εμπορικό οίκο της σταφίδας (του Καλαβρυτινού Νικολάου Σαγιά) στην Πάτρα. Η μόρφωσή του («Ατλαντα» της νομικής επιστήμης τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοί του), τα προσωπικά του χαρίσματα, ιδίως ο χειμαρρώδης λόγος του (ως «αηδόνι» τον παίνευαν οι οπαδοί του), το ρηξικέλευθον του χαρακτήρα του («Τα προσωπικά κόμματα πίπτουν ή μάλλον έπεσαν», έλεγε ο βιογραφούμενος το 1897), οι θυελλώδεις («ιαπωνικού» τύπου) κοινοβουλευτικές επιθέσεις του προς τον Γεώργιο Θεοτόκη και την παλαιά γενιά των πολιτικών (1906-1908), και το νεαρόν της ηλικίας του συνέβαλαν επίσης καθοριστικά στο να υποδειχθεί από τον Αλ. Ζαΐμη ως ο καταλληλότερος διάδοχος του Ελευθερίου Βενιζέλου (μετά την παραίτηση του αρχηγού των Φιλελευθέρων από την πρωθυπουργία τον Φεβρουάριο του 1915), και (με το χρίσμα πλέον του εκλεκτού των Ανακτόρων) στο να «απογειωθεί» κατόπιν στην ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης στις μονόπλευρες εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου 1915. Ο αρχηγός των Εθνικοφρόνων (βλέπε: Βασιλοφρόνων) συσπείρωσε τάχιστα γύρω του όλον τον συντηρητικό πολιτικό κόσμο της χώρας, και, παρά το πρόωρο βίαιο τέλος του (ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος), δημιούργησε (ως σύμβολο) μια μακρά πολιτική παράδοση, που διήρκεσε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες (έως την άνοδο στην εξουσία μιας νέας γενιάς ριζοσπαστών πολιτικών υπό τον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο το 1952). Μία ακόμη σημαντική ψηφίδα στο πολυσύνθετο παζλ της Ιστορίας της Ελλάδας του «μακρού» 19ου αιώνα μπαίνει επιτέλους στη θέση της.

* Ο κ. Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης είναι επίκουρος καθηγητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ