ΜΟΥΣΙΚΗ

Λησμονημένη συμφωνική μουσική Ελληνίδων συνθετριών

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Γιώργος Κωνσταντίνου απέδωσε με καθαρό και σίγουρο ήχο, αλλά ταυτόχρονα με ευαισθησία, δίχως συναισθηματισμούς, το Κοντσέρτο της Κυριακού (φωτογραφία: Χ. Ακριβιάδης).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Οι όλο και τακτικότερες εμφανίσεις της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών στο κέντρο της Αθήνας δίνουν την ευκαιρία σε διαρκώς περισσότερους φιλόμουσους να έρθουν σε επαφή με την ιστορική ελληνική μουσική. Η προβολή της αποτελεί σαφώς διατυπωμένο στόχο του προέδρου της, καθηγητή μουσικολογίας Νίκου Μαλιάρα, όπως επίσης του Βύρωνα Φιδετζή, αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού της διευθυντή.

Οι επιλογές τους έχουν ως στόχο κατ’ αρχάς την ανάδειξη του μεγάλου πλούτου ενός ρεπερτορίου, το οποίο παραμένει στη σκιά. Προφανώς θεωρούν δεδομένο ότι το έργο των σημαντικότερων και γνωστότερων συνθετών προβάλλεται από τα μεγάλα κρατικά σύνολα, όπως η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Η συγκεκριμένη, πάντως, έχει να παίξει έργο του διασημότερου συνθέτη της λεγόμενης «εθνικής σχολής», του Μανώλη Καλομοίρη, από το 2015. Ας σημειωθεί, ότι η ορχήστρα αυτή, η παλαιότερη της χώρας, ιδρύθηκε, εξελίχθηκε και υπάρχει σήμερα χάρη στις κοπιώδεις προσπάθειες συνθετών με αγάπη και πάθος για την κλασική μουσική, ανθρώπων των οποίων το έργο σήμερα δεν τιμάται παρά συμπτωματικά με αφορμή κάποια επέτειο.

Ψυχαγωγική μουσική

Στις 27 Μαρτίου στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» η Φιλαρμόνια εμφανίστηκε στο πλαίσιο του αφιερώματος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών στη συνθέτρια και πιανίστρια Ρένα Κυριακού. Ωστόσο, εκτός από το Κοντσέρτο για πιάνο της τιμώμενης, ακούστηκαν ένα έργο σε παγκόσμια πρώτη εκτέλεση και δύο σε πανελλήνια πρώτη, ακριβώς όπως θα το περίμενε κανείς από τον Φιδετζή. Η βραδιά ξεκίνησε με δύο συνθέσεις της Μαριώς-Φωσκαρίνας Δαμασκηνού, κόρης Κερκυραίου μεγαλεμπόρου, η οποία γεννήθηκε το 1850 στο Παρίσι. Εκεί πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής, μεταξύ άλλων από τον Ερνέστ Γκιρό στο Ωδείο του Παρισιού. Είναι η ίδια εποχή κατά την οποία φοιτούσε στο Παρίσι ο Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας, συνθέτης του ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά και ο Διονύσιος Λαυράγκας, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα μαζί με τον Λουδοβίκο Σπινέλλη θα ίδρυαν στην Αθήνα τον θίασο που έμεινε γνωστός ως Γ΄ Ελληνικό Μελόδραμα.

Η οικονομική άνεση που φαίνεται να είχε σε όλη της τη ζωή, επέτρεπε στη Δαμασκηνού να μη συνθέτει για βιοπορισμό. Παρ’ όλα αυτά, τα έργα της παρουσιάζονταν σε επίσημες συναυλίες στη Γαλλία. Η «Βενετσιάνικη σουίτα» και το έργο «Η χωρική» – «L’aldeana», που επέλεξε ο Φιδετζής, γράφτηκαν το 1888 και παίχτηκαν και τα δύο στο Παρίσι την επόμενη χρονιά. Οπως το φαντάζεται κανείς διαβάζοντας τους τίτλους, πρόκειται για συνθέσεις ψυχαγωγικές, ευχάριστες, όπου κυριαρχούν οι χορευτικοί ρυθμοί.

Στη σκιά του Τσαϊκόφσκι

Τελείως διαφορετική είναι η ατμόσφαιρα στη Συμφωνία σε σι ελάσσονα της Κεφαλονίτισσας Ελένης Λαμπίρη, η οποία γεννήθηκε το 1888 ή 1889, δηλαδή τη χρονιά των έργων της Δαμασκηνού. Οι σπουδές της πλάι στον Μαξ Ρέγκερ αλλά και η αποπνικτική (μουσική) ζωή στην Πάτρα, όπου διέμενε η Λαμπίρη με τη μητέρα της, δεν κρύβονται. Στο τετραμερές έργο της, που γράφηκε το 1920/21, η κρίσιμη παρουσία των κόρνων υπενθυμίζει σαφώς τις κεντροευρωπαϊκές καταβολές. Φανερές είναι επίσης οι αναφορές σε συνθέσεις του Μπραμς στο πρώτο μέρος της Συμφωνίας και του Μπετόβεν στο τελευταίο.

Προπάντων, όμως, η Συμφωνία της Λαμπίρη μοιάζει να κινείται στη σκιά της «Παθητικής» του Τσαϊκόφσκι. Η ομοιότητα ενός από τα βασικά θέματα του πρώτου μέρους, όπως επίσης η βαριά και καταθλιπτική ατμόσφαιρα μαζί με τη χαμηλόφωνη κατάληξη του έργου, παραπέμπουν ευθέως στη διάσημη Συμφωνία του Ρώσου. Οι αναφορές σε πιθανά πρότυπα ή ακούσματα της Λαμπίρη, σε καμία περίπτωση δεν μειώνουν την αξία του έργου, ούτε υπονοούν ότι αποτελεί συρραφή ανεπεξέργαστου υλικού. Αντίθετα, το έργο διαθέτει ενιαίο ύφος και ενδιαφέρουσα γραφή. Θα ξεχώριζε κανείς, ίσως, το αργό δεύτερο μέρος, ένα «πένθιμο εμβατήριο», στο οποίο η απειλητική ατμόσφαιρα σκιαγραφείται ιδιαίτερα γλαφυρά, ενώ κόρνα και φλάουτο αναλαμβάνουν κεντρικό ρόλο.

Πλάι στον Μπάρτοκ

Η αρκετά μεταγενέστερη Ρένα Κυριακού, γεννημένη το 1917, συνέθεσε το Κοντσέρτο της ανάμεσα στο 1938 και 1940, δηλαδή σε ηλικία μικρότερη των 23 ετών. Εχει σημασία να το θυμάται κανείς ακούγοντάς το ή συγκρίνοντάς το με άλλα Κοντσέρτα της ίδιας εποχής – ο Μπάρτοκ ήταν 41 ετών όταν συνέθεσε το πρώτο του Κοντσέρτο για πιάνο, ο Μαρτινού 35. Στα 21 της η Ρένα Κυριακού είχε ήδη μεγάλη εμπειρία ως ερμηνεύτρια, καθώς υπήρξε παιδί θαύμα.

Ασφαλώς τα ακούσματα και οι αναζητήσεις της την έστρεψαν προς τα έργα του μοντερνισμού, ενώ στο δεύτερο μέρος η διάθεση «νυκτερινού» φέρνει άμεσα στον νου το αντίστοιχο δεύτερο μέρος του Κοντσέρτου σε σολ μείζονα του Μορίς Ραβέλ. Το τεχνικά και δεξιοτεχνικά απαιτητικό έργο απέδωσε υποδειγματικά ο Γιώργος Κωνσταντίνου, με καθαρό και σίγουρο ήχο, αλλά ταυτόχρονα με ευαισθησία δίχως συναισθηματισμούς, όπως το απαιτεί το δεύτερο μέρος του έργου. Συνολικά οι ερμηνείες φάνηκε να αναδεικνύουν τις ποιότητες των έργων, στον βαθμό που μπορεί κανείς να συνάγει κάτι τέτοιο κατά την πρώτη του συνάντηση με αυτά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ